Το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινωνίας μονοπωλούν έντονα πια οι υποθέσεις σεξουαλικών παρενοχλήσεων στον χώρο της τέχνης και η απεργία πείνας και δίψας του Δημήτρη Κουφοντίνα. Δύο ζητήματα που παρουσιάζουν κοινωνικοπολιτική αλλά και έντονη νομική διάσταση. Η κυβέρνηση, ειδικά όσον αφορά τον απεργό πείνας φαίνεται να τηρεί μία αδιάλλακτη στάση. Είναι, λοιπόν, βάσιμα τα όσα ισχυρίζεται;

Σε αυτό το άρθρο επιχειρείται μία νομική ανάλυση – με την επιφύλαξη ότι η πληροφόρηση για τα πραγματικά περιστατικά προέρχεται από δημοσιογραφικές πηγές – προκειμένου να ενημερωθεί όσο το δυνατόν περισσότερος κόσμος, γύρω από τα νομικά ζητήματα της υπόθεσης.

Το χρονικό

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας (Δ.Κ) καταδικάστηκε το 2003 για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση με το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα, που προβλέπει την ποινή για τρομοκρατικές πράξεις και ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση άρχισε να υφίσταται, αφού δικάστηκαν τα μέλη της 17 Νοέμβρη, δηλαδή από το 2004. Συνεπώς, ο Δ.Κ δεν έχει καταδικαστεί βάσει των διατάξεων που αφορούν την τρομοκρατία.

Ο καταδικασθείς κρατείτο στις Φυλακές Κορυδαλλού. Το 2018 μετήχθη νόμιμα στις αγροτικές φυλακές Κασσαβετείας. Σημειωτέον ότι στις αγροτικές φυλακές είναι πιο ευνοϊκές οι συνθήκες κράτησης, γι’ αυτό και η συνήγορός του Δ.Κ καταγγέλλει ότι ακόμη και μέσα στη Βουλή κατά την ψήφιση του επίμαχου νόμου 4760/2020, ανοιχτά λεγόταν από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας ότι επιτέλους θα φύγει ο Δ.Κ από τις αγροτικές φυλακές. Επί του ισχυρισμού αυτού βασίζονται επιχειρήματα υπέρ της «φωτογραφικής» νομοθέτησης, η οποία κρίνεται ως αντισυνταγματική.

Στις 21/12/2020 ο κρατούμενος, χωρίς να του επιτραπεί να πάρει μαζί του έστω τα προσωπικά του είδη (ρούχα, βιβλία κλπ), έφυγε «κακήν κακώς» από τις φυλακές αυτές με συνοδεία αστυνομικών προς άγνωστο μάλιστα προορισμό. Κι όλα αυτά χάρη στο άρθρο 3 του νόμου 4760/2020, ο οποίος ψηφίστηκε από την αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ. Βάσει του νόμου αυτού, η Γ.Γ αντεγκληματικής πολιτικής, Σοφία Νικολάου, αποφάσισε την μεταγωγή του στις φυλακές Δομοκού.

Σήμερα, ο Δ.Κ ζητά μέσω της απεργίας πείνας και δίψας την μεταγωγή του στον Κορυδαλλό.

Με τον εν λόγω νόμο επήλθε αλλαγή στον Σωφρονιστικό Κώδικα και ορίστηκαν εκ νέου οι προϋποθέσεις μεταγωγής σε αγροτικές φυλακές. Η κυβέρνηση, ωστόσο, όχι μόνο όρισε τις νέες προϋποθέσεις, αλλά τους έδωσε ισχύ που περιλαμβάνει και όσους ήδη είχαν μεταχθεί σε αγροτικές φυλακές!

Έχει βάσιμο αίτημα ο απεργός πείνας και δίψας;

Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του νόμου: «Απαγορεύεται η μεταγωγή ή η παραμονή σε αγροτικές φυλακές και στην Κ.Α.Υ.Φ. (Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών) σε όσους κρατούμενους έχουν καταδικασθεί για εγκλήματα τρομοκρατίας». Όπως ήδη αναφέραμε ο Κουφοντίνας δεν καταδικάστηκε όμως για τρομοκρατία. Η διάταξη δεν σταματά εκεί και ορίζει επίσης ότι απαγορεύεται η μεταγωγή και παραμονή σε αγροτικές φυλακές κρατουμένων, «εάν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό πλημμελήματος που ενέχει πράξεις βίας ή απειλής βίας κατά προσώπων και πραγμάτων […]». 

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας τον Φεβρουάριο του 2018, τέσσερις μέρες μετά από μία αναταραχή στις φυλακές Κορυδαλλού, υπέγραψε ένα κείμενο συμπαράστασης προς τον κρατούμενο Κ.Γ. Σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη, η οποία αξιολογήθηκε ως ηθική αυτουργία σε υποκίνηση σε στάση. Με την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 170) το 2019, η αξιόποινη αυτή πράξη αξιολογείται ως πλημμέλημα. Συνεπώς, αυτό συνιστά το πλημμέλημα βάσει του οποίου ο απεργός πείνας χάνει το δικαίωμα παραμονής του στις αγροτικές φυλακές. 

Αφού, λοιπόν, ο Δ.Κ δεν έχει δικαίωμα να παραμείνει στις αγροτικές φυλακές με τον νέο νόμο, γιατί αιτείται να μεταφερθεί στον Κορυδαλλό;

Την απάντηση δίνει ο ίδιος ο νόμος. «Κρατούμενος ο οποίος από τον χρόνο μετάβασής του σε αγροτικές φυλακές ή στην Κ.Α.Υ.Φ. […] ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη σε βαθμό πλημμελήματος που ενέχει πράξεις βίας […] επαναμετάγεται στο κατάστημα κράτησης από το οποίο αρχικά μετήχθη». Η μεταγωγή του κρατούμενου στις αγροτικές φυλακές Κασσαβετείας έγινε το 2018, ενώ η δίωξη για την αξιόποινη πράξη ασκήθηκε το 2019, άρα ενόσω κρατούταν στις φυλακές αυτές. Ο νόμος πληρούται, επομένως ο κρατούμενος γι’ αυτό επιθυμεί να κρατείται στον Κορυδαλλό, από όπου είχε αρχικά μεταχθεί στις αγροτικές φυλακές Κασσαβετείας. 

Μετά την μεταγωγή

Ο Δ.Κ άμεσα όταν μετήχθη στον Δομοκό κατέθεσε αίτηση μεταγωγής στον Κορυδαλλό σύμφωνα με τα νόμιμα. Η δε αίτηση που διαβιβάστηκε στο Υπουργείο και πρωτοκολλήθηκε, ουδέποτε απηντήθη. Στις 28/12/20, ζητήθηκε αντίγραφο της απόφασης μεταγωγής, που ο κρατούμενος ήξερε ότι ήταν της Γενικής Γραμματέως αντεγκληματικής πολιτικής και όχι του αρμοδίου οργάνου, δηλαδή της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών (ΚΕΜ), σύμφωνα με τον ν. 4760/2020.

Η Γ.Γ αντεγκληματικής πολιτικής, Σοφία Νικολάου, με επιστολή της στη συνήγορο του Δ.Κ απάντησε ότι με απόφαση της ΚΕΜ ο απεργός πείνας μετήχθη στον Κορυδαλλό και έπειτα με απόφαση δική της ως Γενικής Γραμματέως, επαναμετήχθη στον Δομοκό, χωρίς βέβαια να συμπεριλάβει αντίγραφά τους, επικαλούμενη λόγους προσωπικών δεδομένων άλλων κρατουμένων. Ο κρατούμενος δεν μετήχθη ούτε για μία μέρα στον Κορυδαλλό, αλλά κατευθείαν στον Δομοκό. Έτσι, υστερα από το ψευδές γεγονός αυτό, απεφάσισε την απεργία πείνας, η οποία κατοχυρώνεται από τον Σωφρονιστικό Κώδικα (άρθρο 31) ως δικαίωμα των κρατουμένων. Σημειωτέον ότι διοικητικές πράξεις που μπορούν να προσβληθούν πρέπει να κοινοποιούνται κι αν δεν κοινοποιηθούν αποδίδονται με αίτηση βάσει του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

Ακολούθησε επαναίτηση για απόδοση αντιγράφων των αποφάσεων, τόσο από την συνήγορο του Δ.Κ, με αιτιολογία την προσβολή τους με ένδικο μέσο, όσο και από τον Συνήγορο του Πολίτη. Έτσι, η Σοφία Νικολάου, παρέσχε – έναν ολόκληρο μήνα μετά την επαναίτηση και ενώ διακυβευόταν η ζωή ενός κρατουμένου – αντίγραφο, της δικής της απόφασης, που προβλέπει τη μεταγωγή στον Δομοκό για επείγοντες λόγους λόγω της πανδημίας, καθώς και αντίγραφο της εγκριτικής από την ΚΕΜ απόφασης. Στην περίπτωση επειγόντων λόγων η απόφαση της Γ.Γ πρέπει να εγκριθεί με απόφαση της ΚΕΜ (άρθρο 9 παρ. 3 Σωφρονιστικού Κώδικα).

Αντίγραφα των επικαλούμενων αποφάσεων της ΚΕΜ για αρχική μεταγωγή στον Κορυδαλλό δεν επιδόθηκαν. Μάλιστα, ενώ η απόφαση της Γ.Γ νομικά αξιολογείται ως  πρόταση από την οποία μπορεί να παρεκκλίνει η ΚΕΜ και η οποία δεν μπορεί να εκτελεστεί πριν την έκδοση απόφασης της ΚΕΜ,  ο Δ.Κ μετήχθη στις 21/12/2020, ενώ η επικύρωση της ΚΕΜ δόθηκε στις 04/01/2021. Η δε εγκριτική της ΚΕΜ απόφαση για την μεταγωγή στον Δομοκό φαίνεται ελαττωματική..

Το έγγραφο της ΚΕΜ που επικυρώενι την απόφαση μεταγωγής του Κουφοντίνα στο Δομοκό

Οι ατομικές διοικητικές πράξεις, – και δη οι δυσμενεις – πρέπει σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (άρθρο 17) να περιέχουν σαφή, ειδική και επαρκή αιτιολογία. Επίσης στο άρθρο 7 παρ. 4 του Σωφρονιστικού Κώδικα προβλέπεται ότι «σε περίπτωση που δεν υπάρχει αίτημα αλλά η μεταγωγή προωθείται από τη διοίκηση, οι αποφάσεις της ΚΕΜ είναι ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένες». Όπως βλέπετε, εν προκειμένω υπάρχει απλά μία σφραγίδα επί της «ανακοίνωσης» στον διοικούμενο ότι θα μεταχθεί. Δεν γίνεται καμία αναφορά σε αιτιολογία ούτε καν στο νομικό πλαίσιο της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον και σημασία θα παρουσίαζε η αιτιολογία της πράξεως που εκδόθηκε από την Γ.Γ αντεγκληματικής πολιτικής.

Άλλωστε η ίδια η κυρία Νικολάου αυτοαναιρέθηκε αργότερα σε συνέντευξή της στο liberal.gr, αναφέροντας ότι με απόφαση της Γ.Γ αντεγκληματικής πολιτικής στις 17 Δεκεμβρίου αποφασίστηκε από την ίδια λόγω πανδημίας όλες οι εισαγγελικές αρχές να μην εκδίδουν φυλακιστήρια για τις φυλακές Κορυδαλλού (προσοχή, δεν αφορά κάτι τέτοιο τις μεταγωγές). Επικαλείται ότι στις 21 Δεκέμβρη αποφασίστηκε η μεταγωγή Κουφοντίνα από τις αγροτικές φυλακές στον Κορυδαλλό από την ΚΕΜ (στην οποία είναι μέλος, και ενώ επικαλείται ως εμπόδιο μεταγωγής τελικά στον Κορυδαλλό μια δική της μεν, άσχετη όμως απόφαση για τα φυλακιστήρια), η οποία εκτάκτως δεν συνέβη λόγω της ύπαρξης της προηγούμενης απόφασης και έτσι αυτός οδηγήθηκε με απόφαση της ίδιας της Γ.Γ τελικά στον Δομοκό, αφού και ο διευθυντής των φυλακών Κορυδαλλού αρνήθηκε να τον παραλάβει λόγω της κατάστασης με τον κορωνοϊό. Δηλαδή η κυρία Σοφία Νικολάου φάσκει και αντιφάσκει. Αρχικά υποτίθεται ο Κουφοντίνας πήγε στον Κορυδαλλό όπως έπρεπε, αλλά μετά το αφήγημα αλλάζει λόγω κορωνοϊού.

Από την άλλη, οι φυλακές Δομοκού βρίσκονται σε συνωστισμό, αφού διαθέτουν 600 θέσεις και φιλοξενουν 700 κρατούμενους, την ίδια ώρα που οι φυλακές Κασσαβετείας σε 270 θέσεις φιλοξενούν μόλις 137.

Αξιοσημείωτο είναι και ότι, όταν μετήχθη ο Δ.Κ στον Δομοκό, η εν λόγω φυλακή είχε  δύο κρούσματα κορωνοϊού σε σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τρία σε κρατουμένους, ο Κορυδαλλός δύο, ενώ οι φυλακές Κασσαβετείας κανένα.

Ίσως το μοναδικό νομικά βάσιμο επιχείρημα της κυβέρνησης να ερείδεται στο προεδρικό διάταγμα 96/2017 που στο άρθρο 2 ορίζει ότι οι Φυλακές Κορυδαλλού, συμπεριλαμβανομένου και του παραρτήματος γυναικών, συνιστούν κατάστημα κράτησης τύπου Α’. Ο Σωφρονιστικός Κώδικας στο 19ο άρθρο του, ορίζει ότι τα καταστήματα κράτησης διαιρούνται σε γενικά, ειδικά και θεραπευτικά. Τα δε γενικά διακρίνονται σε τύπου Α και Β. «Στα Α’ τύπου κρατούνται οι υπόδικοι, οι κρατούμενοι για χρέη και οι κατάδικοι σε ποινή φυλάκισης. Στα Β’ τύπου κρατούνται όλοι οι υπόλοιποι κρατούμενοι». Εφόσον το π.δ 96/2017 ορίζει ότι ο Κορυδαλλός είναι κατάστημα Α τύπου, ο Δ.Κ που έχει καταδικαστεί με ποινή κάθειρξης, εκ πρώτης όψεως δεν πρέπει να κρατείται στον Κορυδαλλό.

Ωστόσο, αναφέρθηκε παραπάνω ότι ο ν. 4760/2020 αναφέρει ότι η μεταγωγή γίνεται στα καταστήματα από όπου είχαν αρχικά μεταχθεί οι κρατούμενοι, χωρίς να θέτει την επιφύλαξη του π.δ 96/2017. Συνεπώς, θεωρώ πως είναι ζήτημα ερμηνείας το αν ο ν. 4760/2020 εισάγει εξαίρεση από το π.δ 96/2017 ή όχι. Σε κάθε περίπτωση το θέμα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ελαφρά τη καρδία σε τηλεοπτικά πάνελ και δη από κυβενητικά στελέχη, αφού πολλοί δικηγόροι αναφέρουν ότι η διάκριση αυτή των φυλακών είναι στην πράξη ανεφάρμοστη. Το σημαντικό είναι να κρίνει η δικαιοσύνη, αν και μετ’ εμποδίων, όπως εξηγείται παρακάτω. Τέλος, πρέπει να προσμετρηθεί ότι ο Σωφρονιστικός Κώδικας (άρθρο 20 παρ.1) προβλέπει τη φυλάκιση του κρατουμένου «με προτεραιότητα στο πλησιέστερο κατάστημα κράτησης προς τον τόπο της κατοικίας των μελών της οικογένειάς του ή τον τόπο κοινωνικής ένταξής του».

Γιατί η δικαστική οδός εμφανίζει εμπόδια

Ο Σωφρονιστικός Κώδικας στο δεύτερο άρθρο του προβλέπει τη διασφάλιση της αξιοπρέπειας των κρατουμένων και ότι «ο έλεγχος της νομιμότητας στη μεταχείριση των κρατουμένων ασκείται από τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό και από το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών». Αφενός το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών σύμφωνα με τον Κώδικα (άρθρο 9 παρ. 4) ελέγχει αποφάσεις μεταγωγής αν αίτημα μεταγωγής κρατουμένου απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους δύο φορές, δηλαδή, όταν η μεταγωγή δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως. Όπως παραδέχεται η ίδια η κυρία Νικολάου, ο Δ.Κ εφόσον, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν πήρε καν απάντηση από το υπουργείο στην πρώτη αίτησή του για μεταγωγή στον Κορυδαλλό, δεν μπορεί να βασιστεί στο γράμμα του νόμου που απαιτεί δύο απορρίψεις. Σιωπηρή απόρριψη υπάρχει με την πάροδο 3 μηνών και μόνο τότε μπορεί να ασκηθεί δεύτερο αίτημα μεταγωγής.

Επ’ αφορμής μάλιστα του αιτήματος διακοπής της ποινής του Δ.Κ, η εισαγγελέας κάλεσε σε εξηγήσεις την ΚΕΜ ως προς την αναπάντητη αίτηση μεταγωγής. Η ΚΕΜ απάντησε ότι θα συνεδριάσει, αλλά με κυνικό τρόπο η κυρία Νικολάου αναφέρει ότι δεν θα συνεδριάσει εκτάκτως, αλλά όποτε αυτό προγραμματιστεί. Στο μεταξύ η Γ.Γ αντεγκληματικής πολιτικής κάνει λόγο για υποχρεωτική σίτιση εάν χρειαστεί στο μεσοδιάστημα, η οποία θεωρεί ότι εννοείται στην εισαγγελική παραγγελία για τέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης κριθεί απαραίτητη. Το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό. Για όποιον/όποια επιθυμεί εδώ θα βρει μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση που περιλαμβάνει και νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Τις τελευταίες ημέρες η εισαγγελέας εισήγαγε στο δικαστήριο εκτέλεσης Ποινών (το οποίο συνεδριάζει ως Συμβούλιο) αίτηση που κατατέθηκε από τη μεριά του Δ.Κ βάσει του άρθρου 2 του Σωφρονιστικού Κώδικα. Ζητείται να ελεγχθεί  η νομιμότητα της απόφασης της ΓΓ Αντεγκληματικής Πολιτικής Σοφίας Νικολάου, με την οποία μετατέθη στις φυλακές Δομοκού, καθώς και να ακυρωθεί αυτή η απόφαση και να αναβιώσει η απόφαση μεταγωγής του στις φυλακές Κορυδαλλού. Η αίτηση αμφισβητείται αν θα ευοδώσει, αν θεωρηθεί ότι λόγω της συστηματικής θέσης του άρθρου 2 στις γενικές αρχές που διέπουν τον κώδικα (βλ. εισηγητική έκθεση), δεν δημιουργεί ένδικο βοήθημα, αλλά ορίζει την αρμοδιότητα του συγκεκριμένου δικαστηρίου για θέματα μεταχείρισης των κρατουμένων, όπως αυτή εξειδικεύεται στις επόμενες διατάξεις (πχ στο άρθρο 9), δηλαδή δεν προσδίδει αρμοδιότητες διοικητικής ακύρωσης στο ποινικό δικαστήριο. Ωστόσο δεν καταλείπεται άλλη επιλογή, ενώ ήδη (ανανέωση άρθρου σήμερα 08/03/2021) σκεφτείτε ότι το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ως αναρμόδιο, χωρίς να υπεισέλθει σε ζητήματα ουσίας. Κρίνονται ως αρμόδια τα διοικητικά δικαστήρια!

Αφετέρου η απόφαση μεταγωγής ως διοικητική πράξη προσβάλλεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας που έχει κατά τεκμήριο ακυρωτική αρμοδιότητα (άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος). Ωστόσο το νομολογιακό προηγούμενο δεν είναι ενθαρρυντικό, εφόσον ήδη υπάρχουν δύο τουλάχιστον απορριπτικές αποφάσεις (ΟλΣτΕ 453/1973, ΣτΕ 1486/1950), με την αιτιολογία ότι οι πραξεις δεν είναι εκτελεστές κατά την λειτουργική έννοια του όρου. Το δικαστήριο δηλαδή απέρριψε τις αιτήσεις ακύρωσης κατά αποφάσεων μεταγωγών ως απαράδεκτες για τυπικούς λόγους, πριν καν ακόμα εξετάσει τη βασιμότητα των λόγων ακύρωσης. Όπως και να έχει η διαδικασία είναι χρονοβόρα και άρα απρόσφορη στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Τελικά όπως και αποδείχτηκε κανένα δικαστήριο δεν έκρινε εαυτόν αρμόδιο και ο Δ.Κ βρέθηκε όχι μόνο ενώπιον μιας κατάστασης χωρίς να έχει στα χέρια του αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα, αλλά και ενώπιον αρνησιδικίας! Τα παραπάνω σαφώς και έχουν αντισυνταγματικό χαρακτήρα και ο Δ.Κ θα μπορούσε να στραφεί στο ευρωπαϊκό δικαστήριο.

Θέση σε κίνδυνο του νομικού πολιτισμού

Παρ’ όλα αυτά, οι αρχές δεν αποκτούν το δικαίωμα να αποκλίνουν κατά βούληση από την αρχή της νομιμότητας. Η διοίκηση, εφόσον προκύπτει ότι παραβιάζει τον νόμο, έπρεπε έστω να συνδιαλεχθεί με τον απεργό πείνας και δίψας, Δημήτρη Κουφοντίνα. Εν αντιθέσει, φαίνεται να γίνεται αποδεκτή η επιβολή θανατικής ποινής δια της πλαγίας οδού

Το ποινικό και σωφρονιστικό δίκαιο, πέρα από τον σωφρονισμό του εγκληματία και την ηθική ικανοποίηση των θυμάτων, εξυπηρετούν και σκοπούς γενικής πρόληψης, δηλαδή κατανόησης από το κοινωνικό σύνολο ότι το έγκλημα αντιμετωπίζεται από τον νόμο μεν, με τρόπο που να επιτρέπει την κοινωνική επανένταξη του δράστη δε. Η κυβέρνηση δεν υπηρετεί, λοιπόν, το δίκαιο, αν τιμωρητικά ψηφίζει νόμους και δη για έναν κρατούμενο που καταδικάστηκε για τα εγκλήματά του και σύντομα βάσει του σωφρονιστικού δικαίου θα μπορούσε να αιτηθεί την απόλυσή του. Ούτε η μεταγωγή του Δ.Κ στο σημείο αυτό, ούτε περισσότερο ο θάνατός του στοχεύουν ουσιαστικά σε κάποιον από τους σκοπούς της ποινικής πρόληψης. Δεν είναι νομικά αποδεκτό η αντίληψη του πολίτη γύρω από τον σκοπό της ποινής να εξαρτάται από το πρόσημο της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας.

Και εδώ τίθεται το ερώτημα: γιατί να ρισκάρει να χάσει τη ζωή του «ο αμετανόητος δολοφόνος», αφού σε λίγο καιρό αποφυλακίζεται; Μήπως τελικά έχει δίκιο;

Η δικαιοσύνη τιμωρεί αντικειμενικά και φέρεται με ανθρωπισμό ακόμα και στον πιο στυγερό δολοφόνο. Είμαι σίγουρη ότι ο μέσος πολίτης, που δεν απεύχεται το γεγονός του θανάτου, όντας συναισθηματικά φορτισμένος, θα εκπλαγεί δυσάρεστα, αν τυχόν μελλοντικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επιδικάσει υψηλές αποζημιώσεις στην οικογένεια του Δημήτρη Κουφοντίνα σε βάρος του ελληνικού κράτους. Ο θάνατος ενός κρατούμενου απεργού πείνας θα συνιστά όνειδος για τις δημοκρατικές αξίες και δικαίως θα ευτελίσει το κράτος πανευρωπαϊκά και παγκοσμίως. Εξάλλου, δεν μπορεί το κράτος να επιβάλλει ποινή σε έναν δολοφόνο για την πράξη του, ενώ μετά τιμωρεί με το ίδιο νόμισμα.

Οι νόμοι, τα ατομικά δικαιώματα και οι ποινές ισχύουν ανεξαιρέτως και ισοδυνάμως για όλους, αν θέλουμε να λεγόμαστε ευνομούμενη δημοκρατία και όχι ζούγκλα. Οι εποχές του κράτους – μονάρχη, τελείωσαν ανεπιστρεπτί.