Άρθρο του εξωτερικού συνεργάτη, Θωμά Κεδρά,

Πριν από 2 εβδομάδες τιμήσαμε την επέτειο για τα 200 χρόνια από την έναρξη του ένοπλου αγώνα για την ανεξαρτησία της χώρας μας. Οι εσωτερικές διενέξεις ανάμεσα σε επίδοξους αξιωματούχους του μετέπειτα νεοελληνικού κράτους δεν έλειπαν, και χωρίς την καταλυτική συμβολή των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα δημιουργούνταν τόσο «νωρίς» το ανεξάρτητο κράτος των ελίτ και του λαού της Ελλάδας. Δυστυχώς, και ως κράτος αλλά και ως κοινωνία, ξεχνάμε τη συνεισφορά αφανών ηρώων και δυνάμεων μικρότερης εμβέλειας, συνεισφορά η οποία αποτελεί φάρο αλληλεγγύης και αλτρουισμού.

Μιλάμε φυσικά για την περίπτωση της Αϊτής. Αυτό το μικρό, νησιωτικό, τροπικό κράτος της Καραϊβικής, το οποίο είχε κερδίσει την ανεξαρτησία του μόλις 16 χρόνια πριν την έναρξη του ελληνικού ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα. Το νεόκοπο κράτος με τις χαμηλές οικονομικές δυνατότητες υποστήριξε ανάλογες προσπάθειες σε άλλες πλευρές του κόσμου, οχί για κάποιο γεωπολιτικό όφελος, αλλά γιατί έβλεπε τον εαυτό του σε κάθε πρόσπαθεια καταπιεσμένων λάων να σπάσουν τα δεσμά τους και να διεκδικήσουν την ελεθερία τους. Εκτός από την Ελλάδα, η Αϊτή υποστήριξε και τον Μπολιβάρ με τον απελευθερωτικό του αγώνα στην Λατινική Αμερική, επιτρέποντας στα στρατεύματά του να καταφεύγουν εκεί.

Όσο για τα της Ελλάδας, το άδοξο τέλος αυτής της συνεισφοράς είναι επίσης λίγο – πολύ γνωστό: ένα πλοίο με 100 εθελοντές που θα εντασσόταν στις ελληνικές στρατιωτικές μονάδες και θα πολεμούσαν στο πλευρό τους, και 45 τόνοι καφέ, από τα έσοδα της πώλησης των οποίων οι Έλληνες επαναστάτες θα αγόραζαν όπλα.

Οι Αϊτινοί βλέπουν στο πρόσωπο του Toussaint Louverture ό,τι βλέπουν οι Έλληνες στο πρόσωπο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τη διαφορά ότι ο Louverture δεν έζησε το τέλος της επανάστασης των Αϊτινών. Μεγάλη σύμπτωση αποτελεί και το γεγονός ότι ο πρώτος κυβερνήτης της Αϊτής, Jean-Jacques Dessaline, (μετέπειτα αυτοκράτορας Jacques I), δολοφονήθηκε μόλις 2 χρόνια, αφότου πήρε την εξουσία.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας της Αϊτής, η χώρα επιβαρύνθηκε με υπέρογκα χρέη ειδικά προς τη Γαλλία, σε αντάλλαγμα για την διπλωματική της αναγνώριση από τις τότε Μεγάλες Δυνάμεις (90 εκατομμύρια φράγκα της εποχής, που ισοδυναμούν με 21 δις δολάρια του σήμερα). Η Ελλάδα έχει παρόμοιες περιπέτειες εξωτερικού χρέους, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Το έτος 1897 είναι ντροπιαστικό για την ιστορία και των 2 χωρών, καθώς η Αϊτή υπέστη διπλωματική ταπείνωση στο πλαίσιο της υπόθεσης Luders. Ο ίδιος ο πρόεδρος της χώρας αναγκάστηκε να υψώσει λευκή σημαία στο προεδρικό μέγαρο και να απελευθερώσει τον Γερμανό ο οποίος είχε καταδικαστεί σύμφωνα με τους νόμους της Αϊτής για υπόθαλψη ενός κλέφτη, δίνοντας του χάρη.

Στα πιο πρόσφατα, όσον αφορά τις πολιτικές «δυναστείες», η ιστορία αυτή τελείωσε για την Αϊτή το 1986, όταν έπεσε το τριακονταετές καθεστώς Duvalier. Η στιγμή αυτή μάλιστα ήταν κάτι σαν «μεταπολίτευση» για την Αϊτή, αφού έκτοτε η χώρα έχει δημοκρατικό πολίτευμα, από το οποίο όμως δεν απουσιάζουν οι παθογένειες. Η συμμετοχή στις εκλογές είναι διαχρονικά πολύ χαμηλή (από 4% έως 28% στην καλύτερη περίπτωση) και η διεξαγωγή εκλογών συχνά αμαυρώνεται από νοθείες και απόπειρες του στρατού να εκφοβίσουν τους πολίτες υπέρ διαφορετικού υποψηφίου κάθε φορά.

Τέλος, η Αϊτή εδώ και χρόνια ζητά αποζημιώσεις από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες για τη δουλική εργασία στην οποία οι αποικιοκράτες υποχρέωναν τους κατοίκους της χώρας και για κάθε είδους ατασθαλίες – πράγμα που θυμίζει τις απέλπιδες προσπάθειες της χώρας μας για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η Αϊτή δεν έχει (ακόμα) αποποιηθεί αυτό το δικαίωμα δια στόματος αρχηγού κράτους, όπως συνέβη στην περίπτωση της Ελλάδας.

Οι Francois και Jean-Claude Duvalier

Ο François Duvalier και ο γιος του Jean-Claude, δικτάτορες της Αϊτής.
Πηγή εικόνας: Wikipedia Commons

Σήμερα η χώρα προσπαθεί να βρει τα οικονομικά της πατήματα, ενώ βιώνει άλλη μια πολιτική κρίση από το 2015. Τότε έγιναν προεδρικές εκλογές (και πάλι με μικρή συμμετοχή), χωρίς να αναδειχτεί ξεκάθαρος νικητής. Μέχρι τον Οκτώβριο του 2016 ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών είχε αναβληθεί 4 φορές, διότι ο εν ενεργεία πρόεδρος θεωρούσε πως ο δεύτερος γύρος ήταν αδύνατον να διεξαχθεί. Αυτό που προκάλεσε περισσότερη ανησυχία στη διεθνή κοινότητα ήταν ότι ο εν ενεργεία πρόεδρος Martelly, βάσει του συντάγματος δεν είχε δυνατότητα επανεκλογής.

Με σχεδόν ενάμιση χρόνο χωρίς διεξαγωγή δεύτερου γύρου εκλογών, οι ειδικοί εισηγήθηκαν διεξαγωγή νέων εκλογών (σε μορφή πρώτου γύρου, με πολλούς υποψηφίους). Στο μεταξύ, το κοινοβούλιο είχε απομακρύνει τον Martelly από το αξίωμά του, ορίζοντας άλλον προσωρινό πρόεδρο τον Φεβρουάριο του 2016, και μέχρι τις εκλογές, οι οποίες διεξήχθησαν τον Νοέμβριο και ανέδειξαν ξεκάθαρο νικητή από τον πρώτο γύρο. Η συμμετοχή και πάλι δεν ξεπέρασε το 20%, πράγμα που εγείρει ακόμα περισσότερα ερωτηματικά για το αν ο πρόεδρος, η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα γενικά έχουν την απαραίτητη «νομιμοποίηση» για τις πράξεις τους, δηλαδή τη σύμφωνη γνώμη του λαού της χώρας.

Το ερώτημα όμως παραμένει. Γιατί απουσίασε αυτή η χώρα με τα τόσα ιστορικά κοινά σημεία με τη χώρα μας από τις εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια; Προφανώς διότι η μικρή και απομακρυσμένη Αϊτή «δεν χωράει» στο αφήγημα των σύγχρονων «προκρίτων» της Ελλάδας, οι οποίοι διατηρούν στο ακέραιο τη συνήθεια των προκατόχων τους να προσεταιρίζονται τις Μεγάλες Δυνάμεις της κάθε εποχής και να προωθούν τα συμφέροντα εκείνων στην ευρύτερη περιοχή, βασιζόμενοι σε αόριστες υποσχέσεις μελλοντικής στήριξης και ελπίζοντας σε πιθανή τους εύνοια.