Στις 1 και 2 Οκτωβρίου έλαβε χώρα η έκτακτη σύνοδος κορυφής των ηγετών της Ε.Ε. με ημερήσια διάταξη την διαχείριση της πανδημίας, την ενιαία αγορά και κυρίως τις Εξωτερικές σχέσεις του Ενωσιακού Οικοδομήματος. Το κοινό ανακοινωθέν με τα συμπεράσματα της συνόδου, δεν εξέπληξε, ομολογουμένως, κανέναν. Και τούτο, διότι είχε προ ημερών, αν όχι μηνών, διαφανεί η συνολική στάση συγκεκριμένων δρώντων αναφορικά με τις Τουρκικές παρανομίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ευθύς εξαρχής είχαμε γράψει στο Youthvoice.gr ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα στρατηγικό συμφέρον για αποδοχή μιας εκ του πονηρού – βασισμένη σε αλλότρια γεωπολιτικά και οικονομικά ερείσματα – διαμεσολάβησης τρίτων και με λανθασμένες ή ασαφείς βάσεις διαλόγου, αναφορικά με τις Τουρκικές διεκδικήσεις. Δυστυχώς για τα Ελληνοκυπριακά συμφέροντα, επιβεβαιωνόμαστε. Το θέμα έγκειται στο κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι και πολιτικά ώριμοι, ώστε να αναγνωρίσουμε και κατ’ επέκταση να αναδιαρθρώσουμε την κατάσταση.

Ελληνοκυπριακή αναδίπλωση

Υπενθυμίζεται πως το κοινό ανακοινωθέν (δείτε το αναλυτικά εδώ) είναι εξ ορισμού αποτέλεσμα πρωτίστως πολιτικής και δευτερευόντως διπλωματικής διαπραγμάτευσης, καθώς προκύπτει μέσα από τυπικές και άτυπες συνομιλίες, κοινώς, μέσα από άσκηση πιέσεων, απειλών, αντίκρουσης επιχειρηματολογιών κτλπ. Ήδη από τις προκαταρκτικές δηλώσεις των ηγετών που έφταναν προ της εισόδου, διαπιστώθηκε η πρώτη μνημιώδης αντίφαση. Η Γερμανίδα Καγκελάριος επιβεβαίωσε πως δεν επιθυμεί επ’ ουδενί κυρώσεις στη γείτονα, ενώ ο Γάλλος Πρόεδρος χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα και στάθηκε υπέρ των Ελληνοκυπρίων. Ελλάδα – Κύπρος – Γαλλία – Αυστρία, αποτέλεσαν το στρατόπεδο που ζήτησε απτά μέτρα περιοριστικού χαρακτήρα για την Τουρκική ασυδοσία, ενώ η Γερμανία, μετά των παραδοσιακών της συμμάχων, επιδίωξε και κατοχύρωσε μια μεσοβέζικη και επί της ουσίας αδιέξοδη στάση.

Παρά τις πολύμηνες Ελληνικές εξαγγελίες στο εσωτερικό για συγκρότηση λίστας κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας (έστω και σε πρωτογενή φάση) και τις Κυπριακές απειλές για ενδεχόμενο βέτο στο συμβούλιο, η κατάσταση, ω του θαύματος – πραγματικά πρωτάκουστο για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα – δομήθηκε πάνω στη Γερμανική γραμμή. Ήδη το πρώτο προσχέδιο του εγγράφου (draft) δεν είχε ούτε καν λεκτική αναφορά σε «κυρώσεις» ή ακόμα και «συνέπειες», και ορθώς απορρίφθηκε από την Ελληνοκυπριακή εκπροσώπηση. Η διαδικασία συνέχισε σε παρόμοιο μοτίβο, γεγονός που ανάγκασε τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών υπερδυνάμεων να προβούν σε «ιδιωτική» εξαμερή συνάντηση των «αντιφρονούντων» μαζί με τους κρατικούς αρχηγούς Γερμανίας και Γαλλίας, συνεπικουρούμενους από τους προέδρους του Ευρωπαϊκού συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κάπως έτσι, με πρακτικές που έχουν χρησιμοποιηθεί και σε άλλες κρίσιμες διαπραγματεύσεις (2010, 2012, 2015), η Ελληνοκυπριακή πλευρά πιέστηκε, αν όχι εκβιάστηκε ευθέως, για να συγκαταθέσει σε μια πολύ πιο ήπια διατύπωση.

Την ίδια στιγμή, ως κύριο επιχείρημα μη αποδοχής ενδεχόμενου κυρώσεων ή σκληρότερης φρασεολογίας εναντίον της Τουρκίας, η Καγκελάριος Μέρκελ βασίστηκε στην ανακοίνωση του ΝΑΤΟ για εξεύρεση στρατιωτικού μηχανισμού αποκλιμάκωσης ανάμεσα στις δύο χώρες. Μα τι τυχαίος χρονισμός! Την ίδια ώρα που λαμβάνει χώρα η έκτακτη σύνοδος κορυφής για την Ανατολική Μεσόγειο, το ΝΑΤΟ προβαίνει στην ανακοίνωση, η οποία μαζί με την έτερη ανακοίνωση για επανέναρξη των διερευνητικών Ελληνοτουρκικών επαφών, δίνει το απαιτούμενο άλλοθι στη Γερμανική και εν γένει Ευρωπαϊκή πίεση, για να εξυπηρετήσει τη δική της ατζέντα.

Στις διεθνείς σχέσεις, όμως, δεν υπάρχει τυχαίος χρονισμός

Είναι αστεία και μόνο η σκέψη πως δυνάμεις όπως η Γερμανία, με εξαγωγικά συμφέροντα προς την Τουρκία, που έχουν εκ προοιμίου μιλήσει για την αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε σκληρή στάση/ενδεχόμενο κυρώσεων, βρίσκουν ως πρόφαση μια νεοσύστατη ΝΑΤΟϊκή ανακοίνωση ή άλλες αμφιβόλου δεσμευτικότητας ρητορικές εξαγγελίες, λίγους μήνες μετά την παρολίγο ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας.

Το Ευρωπαϊκό ανακοινωθέν είναι για άλλη μια φορα προβληματικό και κοντόφθαλμο. Δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αναφορά σε ενδεχόμενο κυρώσεων, παρά αρκείται σε υπονόηση αυτών, εάν και εφόσον συμβεί εκ νέου αυτό που συμβαίνει παγίως από το 1976, με όλο και κλιμακούμενη ένταση. Αν και υπάρχει ρητή αναφορά στις σημαντικές πλην όμως κοινότυπες εκφράσεις αλληλεγγύης σε Ελλάδα – Κύπρο (παρ 16) και η ενθάρρυνση για νόμιμη, επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου, επίλυση των ζητημάτων (παρ 17 – 20), αυτό επουδενί δεν αρκεί για μια λυσιτελή διευθέτηση του Τουρκικού αναθεωρητισμού, που από πλευράς του εκλαμβάνει τέτοιες ενέργειες ως σημάδι αδυναμίας και έλλειψης πολιτικής βούλησης. Το δε οξύμωρο, αν όχι εθνικά και κρατικά προσβλητικό, είναι πως στο ίδιο ανακοινωθέν προβλέπονται fast – track κυρώσεις έναντι της Λευκορωσίας, λόγω της καταπάτησης ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων σε αυτή. Η Λευκορωσία, μια χώρα – δορυφόρος της Ρωσίας που δεν προσβάλλει καίρια συλλογικά Ευρωπαϊκά συμφέροντα, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που το πράττει τη Τουρκία, λόγω πολιτικής σκοπιμότητας συγκεκριμένων μπλοκ κρατών – μελών της Ε.Ε., κυρώνεται εν μια νυκτί, την ίδια στιγμή που η Τουρκία, μια χώρα που κατέχει παράνομα το 40% ενός κυρίαρχου κράτους – μέλους της Ε.Ε., που παρανομεί καθημερινώς με ξεκάθαρη μιλιταριστική λογική, μια χώρα που έχει τυπικώς και θεσμικώς εκφράσει ενδεχόμενο πολέμου εάν η Ελλάδα ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα αναφορικά με την επέκταση χωρικών υδάτων, μια χώρα που καταστρατηγεί κάθε κοινή συμφωνία με την Ε.Ε. όπως η προσφυγική/μεταναστευτική συμφωνία του 2016, τίθεται στην άκρη ανέγγιχτη. Η επιτομή του πολιτικού ξεπεσμού.

Όπως και με τις κρίσεις χρέους και τα δημοσιονομικά ζητήματα, έτσι και στην Τουρκική περίπτωση, όσο περισσότερο χρονοτριβεί η Ένωση, τόσο χειρότερο για τα καίρια συμφέροντα και την επιρροή της ίδιας. Η εκούσια εθελοτυφλία δεν ωφέλησε ποτέ κανέναν στην καταγεγραμμένη ιστορία, μάλλον το αντίθετο. Οι εταίροι νομίζουν πως η Τουρκία είναι διαχειρίσιμη, υποτιμώντας την κατάσταση και βάζοντας ξεκάθαρα σε δεύτερη μοίρα τα Ελληνοκυπριακά έννομα, κρατικά και εθνικά συμφέροντα.

Κυβερνητική αστοχία και Τουρκικές Αντιδράσεις

Εάν κάτι φαντάζει τραγικότερο της υποχώρησης, είναι οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού, ο οποίος, επί λέξει, θεωρεί επιτυχία το ανακοινωθέν της συνόδου και  συμφωνεί απολύτως με το περιεχόμενό του. Η λαϊκή αντίδραση είναι πολύ πιο ανεκτική, όταν κάποιος απευθύνεται στην κοινωνία ρεαλιστικά και ατόφια. Όταν σε μια κονστρουκτιβιστική απόπειρα παρουσιάζεις το μαύρο ως άσπρο, μάλλον θα έχει τα αντίθετα αποτελέσματα.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός, όπως και ο Κύπριος ομόλογός του, που απειλούσε με αρνησικυρία (βέτο) στη περίπτωσης της Λευκορωσίας, υποχώρησε και, μάλιστα, όταν η κυβέρνησή του εξήγγειλε επί σειρά μηνών ενδεχόμενες κυρώσεις. Και οι δύο αντιπροσωπείες δεν στάθηκαν ανάλογες των περιστάσεων και δεν άσκησαν το ισότιμο δικαίωμά τους, ως αναγκαίο μοχλό πίεσης. Μάλιστα, η αποτυπωμένη και επί σειρά ετών δοκιμασμένη τακτική Ευρωπαϊκών εγγυήσεων μιας αμοιβαίας Ευρω – τουρκικής προοπτικής, όπως η εμβάθυνση της τελωνειακής ένωσης, του εμπορίου και της συνεργασίας σε υψηλό επίπεδο (παρ 20) αποτελεί μια μερική και όχι σοφή στρατηγική. Δεν αρκεί μονάχα να ακολουθείς μια φοβική και κατευναστική πολιτική, όπως δεν μπορείς να έχεις μόνο καρότο και όχι μαστίγιο. Και δεν είναι εν προκειμένω «μαστίγιο», ούτε κατά ερμηνευτική προσέγγιση, η παράγραφος 21 που αναφέρει πως «η ΕΕ θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα και τις επιλογές που έχει στη διάθεσή της, μεταξύ άλλων σύμφωνα με το άρθρο 29 της ΣΕΕ και το άρθρο 215 της ΣΛΕΕΕ». Πώς θα προβείς σε περιοριστικά μέτρα ή κυρώσεις, όταν δεν έχεις την πολιτική βούληση να δημιουργήσεις έναν πρώτο κατάλογο μέτρων για δίωξη προσώπων/εταιρειών ή για οικονομικές πιέσεις;

Αν επιθυμούμε μια ενεργητική, εξισορροπητική και καθόλα αποτρεπτική εξωτερική πολιτική, οφείλουμε να ασκήσουμε τις ανάλογες πιέσεις, φτάνοντας ακόμα και σε λελογισμένες ρήξεις με τους εταίρους μας, με υλοποιήσιμα αιτήματα. Η Τουρκική απειλή αποτελεί για εμάς υπαρξιακό κίνδυνο και άρα  επωμιζόμαστε εμείς το βάρος να αφυπνίσουμε τους Ευρωπαϊους συμμάχους μας, με κάθε πρόσφορο, και μη, τρόπο.

Από πλευράς της η Τουρκία (εδώ η ανακοίνωση του Τουρκικού ΥΠΕΞ) αντιδρά στα σημεία του ανακοινωθέντος, όπου εκφράζεται ρητά η αλληλεγγύη στους Ελληνοκυπρίους, καθώς και στα εδάφια που εδράζονται στο Διεθνές Δίκαιο και καλούν την Τουρκία να απέχει από παράνομες ή μονομερείς ενέργειες. Αποδέχεται το ενδεχόμενο διάσκεψης της Ανατολικής μεσογείου, όμως εμμένει στη γνωστή προκλητική ρητορική, ενώ αποτυπώνει ξεκάθαρα το ότι θα συνεχίσει τις παράνομες ενέργειες (έρευνα, διέλευση στρατιωτικών πλοίων, υπερπτήσεις, σε ύδατα που ανήκουν είτε στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα είτε στην Κυπριακή ΑΟΖ και τους εναέριους χώρους των δύο χωρών). Τέλος, δηλώνει την στήριξή της στην διενέργεια νέων  διερευνητικών επαφών,  που όμως σημειώνεται πως ακόμα δεν έχουν συγκεκριμένη ατζέντα και άρα σαφή κατεύθυνση ή αποδοτικότητα.

Επόμενη μέρα

Είναι ακόμα εμφανέστατο πως στην Ε.Ε. δεν επιθυμούμε να αντικρίσουμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Και ο ελέφαντας δεν είναι άλλος από έλλειψη δημοκρατικής αναλογικότητας. Δεν νοούνται θεσμικές διαδικασίες και κατ’ επίφαση ισότητα, όταν οι αποφάσεις είναι προκαθορισμένες και άρα άνευ δημοκρατικής και διακρατικής νομιμοποίησης. Πολλώ δε μάλλον, όταν πρόκειται για ζητήματα εθνικής και κρατικής ασφάλειας κρατών – μελών. Το διαρκώς υπαρκτό ζήτημα αυτού του νομιμοφανούς εκβιασμού χωρών, που αποδεικνύει πως οι λογικές προτεκτοράτων παραμένουν σε συγκεκριμένες χώρες της γηραιάς ηπείρου με την Γερμανία να ηγείται του ρεύματος, είναι ζήτημα ελευθερίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, των δύο δηλαδή βασικότερων ιδρυτικών αξιών της ένωσης.

Η Ελληνική κυβέρνηση έχει υποχρέωση να σχεδιάσει μια σοβαρή και ρεαλιστική εξωτερική πολιτική, με νέες προοπτικές και αλλαγή του κλασικού συναινετικού και υποχωρητικού δόγματος, ιδίως ως προς τις έξωθεν πιέσεις. Από τις τραγελαφικές κυβιστήσεις στη συμφωνία των Πρεσπών, μέχρι τις αλλεπάλληλες υποχωρήσεις στα συλλογικά Ευρωπαϊκά όργανα ή ακόμα και στις εν κρυπτώ γραπτές συμφωνίες με τη γείτονα (σύμφωνα με άρθρο του πρωθυπουργού στο διεθνή τύπου), δεν φαίνεται να υπάρχει η ανάλογη σοβαρότητα που οι καιροί επιτάσσουν. Η ιδεολογικοπολιτική αντίληψη περί διεθνών και περιφερειακών σχέσεων, στην οποία εντάσσεται η Κυβέρνηση, όπως και άλλες συστημικές δυνάμεις στις ευρύτερες συντηρητικές – χριστιανοδημοκρατικές – νεοφιλελεύθερές οικογένειες, έχει αποτύχει επί του πρακτέου. Χρειαζόμαστε άμεσο αναστοχασμό της θέσης και του επιδιωκόμενου ρόλου της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα και  βάσιμες αντιπροτάσεις, όπως η δημιουργία αυτοματοποιημένου μηχανισμού κυρώσεων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις κατόπιν επιθετικών/παράνομων ενεργειών τρίτων χωρών, επί τη βάσει των άρθρων λειτουργίας της Ε.Ε. Κάθε άλλη ουτοπική προσέγγιση απλά θα παρατείνει την ήδη αδιέξοδη κατάσταση.