Πριν από λίγες μέρες, ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ανακοίνωσε την απόφασή του να αναγνωρίσει τις «Λαϊκές Δημοκρατίες του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ», οι οποίες είχαν αποσχισθεί από την Ουκρανία και είχαν αυνοανακηρυχθεί ανεξάρτητες από το 2014. Μέχρι αυτή τη χρονική στιγμή, κανένα άλλο κράτος δεν είχε εκδηλώσει παρόμοια βούληση.
Ακολούθως, το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος προέβη σε ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία «Η αναγνώριση από τη Ρωσία της παράνομης και μονομερούς ανακήρυξης “ανεξαρτησίας” των αποσχιστικών εδαφών του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ της Ουκρανίας αποτελεί κατάφορη παραβίαση θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς Δικαίου, της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας, και των συμφωνιών του Μινσκ. […] Έχουμε τονίσει επανειλημμένα ότι η Ελλάδα τάσσεται υπέρ του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας όλων των κρατών και καταδικάζει κάθε απόφαση που αντιβαίνει τις θεμελιώδεις αυτές αρχές του Διεθνούς Δικαίου» (22-2-2022). Η επικαιρότητα γεννά ένα φυσιολογικό ερώτημα, στο οποίο και επιχειρείται να δοθεί μια συνοπτική απάντηση:
Τί σημαίνει «το Χ κράτος αναγνώρισε το Ψ κράτος»;
Αρχικά, το κράτος είναι ένα υποκείμενο δικαίου. Ο χαρακτηρισμός αυτός φέρει δύο ιδιότητες: αφενός είναι ένα νομικό πρόσωπο και αφετέρου είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα οποία απορρέουν από το δίκαιο. Πρόκειται για το πληρέστερο υποκείμενο δικαίου, καθότι δύναται να ασκεί όλες τις αρμοδιότητες, τις οποίες η διεθνής έννομη τάξη αναγνωρίζει στα μέλη της (Χ. Αποστολίδης, εις Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Επιμέλεια Μ. Σαρηγιαννίδη, β’ έκδ., 2014, σελ. 118).
Η έννοια του κράτους είναι σύμφυτη με εκείνη της κυριαρχίας, υπό το πρίσμα ότι το κράτος δεν υπάγεται σε κανέναν άλλον φορέα, έχοντας παράλληλα την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας».
Η γέννηση ενός κράτους στον κόσμο της διεθνούς κοινότητας καλείται σύσταση και λαμβάνει χώρα με τη συνδρομή τριών στοιχείων: της εδαφικής επικράτειας, του πληθυσμού και της οργανωμένης πολιτικής εξουσίας. Χρειάζεται, δηλαδή, να έχει καταληφθεί κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό μία εδαφική έκταση (χερσαίος, θαλάσσιος, εναέριος χώρος), χωρίς να απαιτείται σαφής και βέβαιος καθορισμός των συνόρων, τα οποία είναι πιθανό να παραμείνουν απροσδιόριστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ακολούθως, ο πληθυσμός ταυτίζεται είτε με το σύνολο των προσώπων που διαμένουν στο κράτος (εδαφικό κριτήριο), είτε με την συνδρομή σε αυτά της ιθαγένειας. Τέλος, η ύπαρξη πολιτικής εξουσίας είναι αποδεσμευμένη καταρχήν από την μορφή, τη δομή και τη φύση του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, το δημοκρατικό σύστημα νοείται ως αυτονόητη προϋπόθεση για όλα τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατόπιν των ανωτέρω, το κράτος δημιουργείται πρωτογενώς, με τη συνδρομή των στοιχείων αυτών σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, ή παραγώγως, με την απόσπαση, ένωση ή τον διαμελισμό άλλου/ων κράτους/ων. Η μεταβολή, η οποία επέρχεται στη διεθνή κοινότητα, είναι συνδεδεμένη με τον θεσμό της διεθνούς αναγνώρισης. Το όργανο της εκτελεστικής εξουσίας κάθε κράτους έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να προβεί σε αναγνώριση του «νέου» κράτους. Είναι μια μονομερής δικαιοπραξία, με την οποία δηλώνει ή αποδέχεται σιωπηρά, ότι μία οντότητα (άγνωστη για το κράτος αυτό ως την στιγμή της αναγνώρισης) έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κράτους και συνεπώς, μπορεί να αποτελέσει μέλος της διεθνούς κοινότητας (Ε. Ρούκουνας, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, 2η έκδ., 2015, σελ. 432 επ.).
Αξίζει να σημειωθεί, ότι κάθε κράτος έχει την διακριτική ευχέρεια να αναγνωρίσει ή όχι τη νέα οντότητα, η οποία γεννήθηκε. Δεν υφίσταται κάποια νομική υποχρέωση προς τούτο.
Ωστόσο, επειδή οι διεθνείς σχέσεις διαθέτουν και μια πολιτική πτυχή, πέραν του νομικού τους χαρακτήρα, το πολιτικό κόστος αυτής της απόφασης, το οποίο βαρύνει το κέντρο λήψης των αποφάσεων, μπορεί να είναι μεγάλο και δυσβάστακτο. Καθίσταται σαφές, λοιπόν, ότι και στο πλαίσιο της διεθνούς επικαιρότητας, η διάκριση των δηλώσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρωσία είναι ο απότοκος της εκτίμησης των πολιτικών συνθηκών, αλλά και μία εκδήλωση της κρατικής κυριαρχίας καθεμίας εκ των δύο χωρών.