«Σε μια εποχή παγκόσμιου ψεύδους, το να λες την αλήθεια είναι μια πράξη επαναστατική», έγραψε κάποιος, κάποτε και από τότε απόδωσαν την φράση στον λογοτέχνη και δημοσιογράφο George Orwell. Πόση ειρωνεία χωράει σε μια πρόταση όμως;

Ο Orwell, ο άνθρωπος που πάλεψε για την αλήθεια, που έγραψε το μυθιστόρημα «1984» προιοικονομώντας μια κατάσταση στην οποία η «αλήθεια» ως έννοια και κατάσταση θα παρουσιάζεται ως ψέμα, σε αυτόν τον άνθρωπο αποδίδεται η παραπάνω φράση, την οποία ποτέ δεν την είπε ή την έγραψε.

Στην εποχή της υπερπληροφόρησης, της άγνοιας και των ψευδών ειδήσεων, η δημοσιογραφία στην Ελλάδα – και παγκοσμίως –  κινδυνεύει λόγω των ψευδών ειδήσεων και της παραπληροφόρησης, αλλά και εξαιτίας του πως οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, προσπαθούν να απαλλαχτούν από τις ψευδείς ειδήσεις, με την ελευθερία του λόγου να είναι το τίμημα.

Η πανδημία που πρωταγωνιστεί στην ζωή μας εδώ και δύο χρόνια, αλλάζει τα δεδομένα σε κάθε πτυχή της προσωπικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Εδώ και δύο χρόνια, οι ψευδείς ειδήσεις για τον ιό, βρίσκονται συνεχώς στην ροή ειδήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και είναι λογικό ότι πρέπει να τεθεί ένα πλαίσιο ώστε αυτές οι συγκεκριμένες ιστοσελίδες, χρήστες αλλά και ψηφιακά μέσα, να σταματήσουν να παραπληροφορούν το κοινό, για ζητήματα δημόσιας υγείας.

Παρόλα αυτά, και ενώ όλοι, συμφωνούμε ότι οι ψευδείς ειδήσεις είναι ένα καρκίνωμα στον χώρο των μίντια, και ναι, πρέπει να μπει ένα ανάχωμα για την αναχαίτηση τους, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, αντικαθιστά τον ήδη υπάρχοντα νόμο για τις ψευδείς ειδήσεις, με έναν νόμο, στον οποίο πλέον, μόνο από την υποψία ότι οι ψευδείς ειδήσεις είναι ικανές να προκαλέσουν φόβο ή ανησυχία στους πολίτες θα διώκονται. Για να είμαστε πιο σαφείς, παραθέτω το άρθρο 191 που ισχύει ως εξής:

«Όποιος δημόσια ή μέσω του διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις με αποτέλεσμα να προκαλέσει φόβο σε αόριστο αριθμό ανθρώπων ή σε ορισμένο κύκλο ή κατηγορία προσώπων, που αναγκάζονται έτσι να προβούν σε μη προγραμματισμένες πράξεις ή σε ματαίωσή τους, με κίνδυνο να προκληθεί ζημία στην οικονομία, στον τουρισμό ή στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή να διαταραχθούν οι διεθνείς της σχέσεις, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.»

Και αντικαθίσται ως εξής: «Όποιος δημόσια ή μέσω του διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις που είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εθνική οικονομία, στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή στη δημόσια υγεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή. Εάν η πράξη τελέστηκε επανειλημμένα μέσω του τύπου ή μέσω διαδικτύου, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή.»

Τι πάει να πει αυτό για την ελευθερία του λόγου στο διαδίκτυο όμως;

Σύμφωνα με εξωκοινοβουλευτικούς φορείς (δημοσιογράφους, δικηγόρους, ακτιβιστές κ.α), σύμφωνα με την Κομισιόν και με διάφορες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, η αντικατάσταση του άρθρου 191, δημιουργεί ένα αόριστο κηνύγι μαγισσών. Στην ουσία, η υποκειμενική γνώμη κάθε εισαγγελέα ή δικαστή, που θα θεωρεί ότι μια είδηση, μια έρευνα, μια δημοσίευση που είναι ικανή να προκαλέσει ανησυχία σε μέρος των πολιτών θα διώκεται. Αυτή η αόριστη έκφραση «είναι ικανές» δημιουργεί ένα κλίμα λογοκρισίας στο διαδίκτυο, καθώς για παράδειγμα, ένα αντιπολιτευτικό άρθρο, μια κριτική προς τις κυβερνητικές πολιτικές ή σε ζητήματα άμυνας ή υγείας, μπορεί να κριθεί ανησυχητική από τον εκάστοτε εισαγγελέα ή δικαστή.

Εδώ τίθεται το ερώτημα: Τι είναι αυτό που ανησυχεί τους πολίτες και τέλος πάντων τι ξεσπάει μια ανησυχία; Για παράδειγμα, υπάρχουν άνθρωποι που ανησυχούν για την πανδημία περισσότερο από ότι για την ανεργία αλλά υπάρχουν και πολίτες που ανησυχούν για την σταδιακή ολίσθηση των δημοκρατικών αξιών. Κάποιος μπορεί να ανησυχεί περισσότερο για το ότι το 90% των ΜΜΕ στην Ελλάδα είναι φιλοκυβερνητικά για παράδειγμα. Και αν αυτός ο κάποιος γράψει στο διαδίκτυο την δική του ανησυχία που αυτή η ανησυχία θα φέρει περαιτέρω ανησυχία σε άλλους πολίτες, τότε ο υπαίτιος θα τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών;

Τα τελευταία 20 χρόνια, η Ελλάδα κατέχει χαμηλή θέση στις λίστες της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης. Συγκεκριμένα, η ελευθερία του τύπου στην Ελλάδα από το 2013 έως το 2021 βρίσκεται στην κατηγορία της «προβληματικής κατάστασης» και παρόλο που γίνεται προσπάθεια για την καταπολέμηση των ψευδών ειδήσεων, η ανάθεση τους σε “fact-checking” ιστοσελίδες είναι ελλιπής. Συγκεκριμένα, αντί να αναλάβουν ειδησεογραφικά πρακτορεία την διαπίστωση των ψευδών ειδήσεων όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ευρώπης (Channel 4, France 24), στην Ελλάδα, μια αμφιβόλου δημοσιογραφικής εγκυρότητας ιστοσελίδα έχει αναλάβει την αναχαίτιση των ψευδών ειδήσεων, δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο στην προσπάθεια να μάθουν οι πολίτες τι είναι αλήθεια και τι όχι.

Το θολό τοπίο, στο οποίο μπαίνει η ελληνική δημοσιογραφία και η ελευθερία του λόγου στο διαδίκτυο, θα είναι κάτι που θα προβληματίσει την ελληνική κοινωνία τα επόμενα χρόνια.

Η πανδημία, θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για πολλά πράγματα και η ελευθερία του λόγου θα είναι ένα από αυτά. Οι αντι-εμβολιαστές θα βρουν νέους τρόπους να περνάνε τα μηνύματα τους, και αυτοί που διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις θα βρούν νέα μέσα, με το κοινό στο οποίο απευθύνονται να τους ακολουθεί, παρόλα αυτά, η ερευνητική δημοσιογραφία και η αντιπολίτευση στον τύπο βρίσκονται σε κίνδυνο, και όσο άοριστες διατάξεις ψηφίζονται στο κοινοβούλιο τάχα για την προστασία της αλήθειας, τόσο η ελευθερία του λόγου στα έντυπα και ψηφιακά μέσα, μπάινει στον γύψο.