Ο Μακμπέθ είναι ένα απ’ τα έργα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, που ξεχωρίζει, όχι μόνο για τη σκοτεινότητα του ύφους του, αλλά για την επανάσταση στη θεατρική γλώσσα και τη μεταμόρφωση της αγγλοσαξονικής ποιητικότητας.
O Σαίξπηρ επιτυγχάνει ένα μαγικό πάντρεμα της ποιητικής δυναμικής του με τις τεράστιες διαστάσεις που παίρνουν οι φόνοι που διαπράττει ο Μακμπέθ, προκειμένου να κατακτήσει τα πάντα γύρω του. Η ακόρεστη δίψα του για τη δόξα και τον πλούτο έχουν θολώσει τα πάντα γύρω του, εκτός από τον πόθο του για αιματοχυσία.
Όλα αυτά τα συναισθήματα, που θα έπρεπε να παίζουν με το μυαλό του θεατή και να ισορροπούν σε μια κλωστή μεταξύ δύναμης και φόβου, δε τα εισπράττει ο θεατής ποτέ και σε κανένα επίπεδο. Η παράσταση φαίνεται να έχει δουλευτεί πολύ περισσότερο σε αισθητικό επίπεδο, παρά στο βάθος της.
Ο Δ. Λιγνάδης «χρωματίζει» το σκηνικό με τη σύγχρονη παλέτα του, επιχειρώντας να παντρέψει ένα έργο του 1606 μ.Χ. με το σήμερα. Ισορροπεί ανάμεσα στο βαθύ κόκκινο και το απόλυτο μαύρο. Κόκκινες κουρτίνες και ταπετσαρίες με κόκκινες παλάμες να εκμαιεύονται απ’ εκείνη. Μέσα σ’ αυτή την αιματοβαμμένη εικόνα, δύο θρόνοι ασύμμετρα τοποθετημένοι, στους οποίους για να καθίσει το πλέον βασιλικό ζεύγος πρέπει να σκαρφαλώσει, πατώντας τα ματωμένα χέρια. Εύστοχος σχολιασμός, αφού πάνω στο φόνο του βασιλιά Ντάνκαν και του Μακντάφ, «πάτησε» το θρυλικό αυτό ζευγάρι, για να αποκτήσει μεγαλύτερα αξιώματα.
Τα κοστούμια της Ε. Νάθενα, συνυπήρξαν αρμονικά με το μαυροκόκκινο μοτίβο της σκηνής. Ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα τα ενδύματα του βασιλιά Ντάνκαν και της λαίδη Μακμπέθ, παραπέμποντας στην Αγγλία του 17ου αιώνα, όπως επίσης και των Τριών Μοιρών.

Τα κοστούμια της Ε. Νάθενα, πηγή εικόνας: Mad TV
Ωστόσο, μια εμβληματικότερη απόδοση κειμένου θα αναδείκνυε περισσότερο τη σκηνοθεσία και θα κρατούσε αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, κάτι το οποίο θα έπρεπε να έχει υποστηριχτεί από τη μετάφραση του Ν. Χατζόπουλου.
Παρ’ όλα αυτά, ο Δ. Λιγνάδης προσεγγίζει το ρόλο του Μακμπέθ υπέρ-δραματικά και η σύγχυση που του προκαλούν οι πράξεις του δεν αποδίδεται στο βαθμό που απαιτεί το γεμάτο χαρακτηρολογικές εντάσεις κείμενο του Σαίξπηρ. Παράλληλα η Μ. Κίτσου, ενσαρκώνοντας μια ζοφερή και ηγετική μορφή του Παγκόσμιου θεάτρου, μιας γυναίκας που θυσίασε τα λογικά της στο βωμό της υπέρμετρης φιλοδοξίας της, της λαίδη Μακμπέθ, υπήρξε δωρική και στοχευμένη, με ελάχιστα υπερβολικά ξεσπάσματα. Δυστυχώς, δε μπόρεσε να σώσει την παράσταση από το μέτριο σκηνοθετικό εγχείρημα που την έπληττε.
Ο Μακμπέθ πάσχει. Και πώς να μη πάσχει, όταν οι Τρεις Μοίρες παίζουν παράλληλα τόσους ρόλους, που δυσχεραίνουν την κατανόηση του έργου από το θεατή και αλλοιώνουν την εξέλιξη της πλοκής. Μια καινοτόμα ιδέα, που όμως στη πράξη φαίνεται να μη δούλεψε. Η παράσταση σε πολλά σημεία γίνεται δυσνόητη και κουραστική με αποτέλεσμα να δημιουργείται στο θεατή μια τρικυμία εν κρανίω. Οι σκηνές διαδέχονται η μια την άλλη μηχανικά. Η ροή δε μοιάζει να είναι φυσικό επακόλουθο ούτε αναπόσπαστο και βασικό κομμάτι του έργου.
Έκπληξη αποτέλεσε ο Ορέστης Τζιόβας ως Μπάνκουο, του οποίου την υποκριτική χαρακτήριζε μια φυσικότητα. Χαρακτηριστικό που θα έπρεπε να διέπει και τον Γ. Μπινιάρη στον ρόλο του Ντάνκαν, ο οποίος έμοιαζε απλά να διαβάζει τα λόγια του σαν σε πρόβα. Εξίσου ενδιαφέρουσες παρουσίες αποτέλεσαν οι Τρεις Μοίρες Ελισσάβετ Κωνσταντινίδου, Ράνια Οικονομίδου και Βασίλης Καραμπούλας, αποφορτίζοντας το κοινό από τη βαριά ατμόσφαιρα.

Οι Τρείς Μοίρες, πηγή εικόνας: Propaganda.gr
Εν τέλει λοιπόν, αν και η παράσταση χαρακτηρίζεται από μια λαμπερή σκηνογραφία, κατ’ ουσίαν ο θεατής δεν συναισθάνεται ποτέ τις ανησυχίες και τις φοβίες των ηρώων, ούτε τις συμμερίζεται. Σε αυτό συντελούν τόσο η μέτρια σκηνοθεσία και η απόδοση κειμένου, όσο οι άχρωμες και επιφανειακές προσεγγίσεις των χαρακτήρων.