Ολοκληρώθηκε η δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για την νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Εσωτερικών υπό τον τίτλο «Εκλογή Δημοτικών και Περιφερειακών Αρχών», η οποία και αποτελεί μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου του ΣΥΡΙΖΑ (ν. 4555/18), καθώς επαναφέρει ένα πλειοψηφικό σύστημα στα πρότυπα του «Καλλικράτη» (ν. 3852/2010) εμπλουτισμένο και με χαρακτηριστικά του εκλογικού νόμου Παυλόπουλου (ν. 3636/2008 – μεγαλύτερο bonus πρώτου κόμματος και μικρότερο απαραίτητο ποσοστό για αυτοδυναμία). Ωστόσο λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις αλλαγές που ήλθαν αμέσως μετά τις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου 2019, με πρωτοβουλία του τότε Υπ. Εσωτερικών Τ. Θεοδωρικάκου και σκοπό την διασφάλιση της κυβερνησιμότητας σε δήμους και περιφέρειες, το  Ν/Σ μπορεί να ερμηνευτεί ως φυσικό επόμενο.

Ας εξετάσουμε όμως μία προς μία τις κύριες αλλαγές:

  • Υιοθετείται πλέον η ουσιαστική κατάργηση της απλής αναλογικής και τίθεται όριο εκλογής δημάρχων και περιφερειαρχών από τον α’ γύρο το 43%. Ακόμη όταν ο πρώτος συνδυασμός λαμβάνει ποσοστό έως και 60%, εκλέγει τα 3/5 των εδρών του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου (όπως όριζε ο «Καλλικράτης»), ενώ για άνω του 60%, οι έδρες κάθε συνδυασμού κατανέμονται αναλογικά
  • Τίθεται όριο 3% για το δικαίωμα εκλογής δημοτικού ή περιφερειακού συμβούλου, όπως ισχύει και στις βουλευτικές εκλογές.
  • Ο αριθμός των μελών των δημοτικών συμβουλίων και των περιφερειακών συμβουλίων μειώνεται και διαμορφώνεται με βάση εκείνον που αντιστοιχεί σήμερα στην αμέσως μικρότερη πληθυσμιακή κλίμακα.

Λιγότερα θα είναι τα μέλη και των συμβουλίων δημοτικής κοινότητας, όπως μετονομάζονται τα δημοτικά διαμερίσματα. Όσες από αυτές έχουν πληθυσμό έως 300 κατοίκους θα διοικούνται από τον πρόεδρο της δημοτικής κοινότητας. Οι δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό άνω των 300 κατοίκων διοικούνται από τον πρόεδρο του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας και το συμβούλιο της δημοτικής κοινότητας.

  • Σε «δημοτικές κοινότητες» μετονομάζονται και τα δημοτικά διαμερίσματα στα οποία διαιρούνται οι οικισμοί – έδρες δήμων με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων.

Δεν εκλέγονται συμβούλια δημοτικών κοινοτήτων στους δήμους της Περιφέρειας Αττικής, με εξαίρεση τους δήμους της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων και στους δήμους Ωρωπού, Μεγαρέων και Μάνδρας – Ειδυλλίας.

  • Επανέρχεται η πενταετής θητεία των δημοτικών και περιφερειακών Αρχών. Ο α’ γύρος των εκλογών διεξάγεται τη δεύτερη Κυριακή του Οκτωβρίου του πέμπτου έτους κάθε δημοτικής περιόδου και ο β’ γύρος την επόμενη Κυριακή. Έτσι, οι επόμενες δημοτικές εκλογές θα διεξαχθούν στις 8 και 15 Οκτωβρίου 2023.
  • Η εγκατάσταση των νέων Αρχών γίνεται την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από αυτό της διεξαγωγής των εκλογών και η θητεία τους λήγει την 31η Δεκεμβρίου του πέμπτου έτους.
  • Η δήλωση των συνδυασμών υποβάλλεται ηλεκτρονικά έως την 31η Αυγούστου του έτους των εκλογών.

Η κυβέρνηση με τούτη την ενέργεια φέρνει σε πέρας το έργο που ξεκίνησε ήδη από το καλοκαίρι του 2019 αλλάζοντας πλέον συλλήβδην το σύστημα στην Τ.Α, περνώντας από το «υβριδικό» – μεταβατικό στάδιο που είχε διαμορφωθεί και αντικαθιστώντας πλήρως την απλή αναλογική που «μύρια» κακά προξένησε. Είναι αναμφίβολο πως πρόβλημα κυβερνησιμότητας δεν πρόκειται να υπάρξει καθώς ο νικητής παίρνει, αν όχι όλα, σίγουρα τα περισσότερα. Η ζυγαριά μεταξύ λειτουργικότητας και δημοκρατικότητας έχει σαφέστατη κλίση χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι και λανθασμένο. Η πριμοδότηση του πρώτου με σκοπό να καταστεί δυνατή η άσκηση διοίκησης είναι κατανοητή αρκεί να γίνεται λελογισμένα. Το 60% αν μεταφραστεί σε έδρες αποτελεί μία σταθερή πλειοψηφία αλλά όχι απαραίτητα αμετάβλητη. Σίγουρα πάντως δεν θα βρεθούμε αντιμέτωποι με φαινόμενα όπου διαδικαστικά θέματα δεν ψηφίζονταν αφενός γιατί η εκάστοτε αρχή, λόγω απλής αναλογικής, δεν είχε την πλειοψηφία και αφετέρου διότι η δράση της αντιπολίτευσης δεν ήταν υγιής και ωφέλιμη. Ερμηνεύοντας, λοιπόν, και το πλαφόν του 43% για εκλογή από τον α’ γύρο με τη λογική της «ευμετάβλητης πλειοψηφίας», μπορούμε να ισχυριστούμε ότι σκοπός αυτού αποτελεί η επίτευξη συσπειρώσεων και ο σχηματισμός μεγάλων συμμαχιών ήδη από τον α’ γύρο αφενός για την εκλογική νίκη και αφετέρου για τον σχηματισμό μεγάλης και ενιαίας αντιπολίτευσης.

Είναι φανερό ότι αυτό το σύστημα ωθεί τις παρατάξεις σε συνένωση και ατενίζοντάς το από άλλη οπτική ίσως ευνοεί παρατάξεις που πάντα εμφανίζουν μεγάλο βαθμό συσπείρωσης έναντι άλλων που μόνιμα κατακερματίζονται. Έτσι δικαιολογούνται και πολλές φωνές που μιλούν για πολιτική σκοπιμότητα του μέτρου, πράγμα που κατά κάποιον τρόπο είναι αναμενόμενο.

Κλείνοντας, ευχάριστη έκπληξη μάς προκαλεί το γεγονός ότι μία τόσο σημαντική αλλαγή έρχεται αρκετά νωρίς με τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές να βρίσκονται πάνω από 30 μήνες μακριά. Επιπλέον όμως έκπληξη, και μάλλον όχι ευχάριστη, προκαλεί το γεγονός ότι αυτή η μεγάλη μεταρρύθμιση έρχεται εν μέσω πανδημίας και χωρίς να έχουν ακόμη ολοκληρωθεί πολύ πιο σημαντικές αλλαγές στην αυτοδιοίκηση. Νωρίς μεν βιαστικά δε. Και κάπως έτσι φουντώνουν φήμες και σενάρια για πρόωρες εθνικές εκλογές Μητσοτάκη θέλοντος και κορωνοιού επιτρέποντος.