Διανύοντας την 23η ημέρα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, στα πλαίσια μιας προδιαγεγραμμένης – αν όχι νομοτελειακής – σύγκρουσης, είναι καιρός να αποπειραθούμε μια πρώτη καταγραφή των βασικών γεγονότων, ποσοτικών στοιχείων αλλά και επιδιώξεων των δύο πλευρών. Τι προβλέπεται για την επόμενη μέρα;

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, πάνω από 726  είναι οι νεκροί άμαχοι, εκ των οποίων 52 τουλάχιστον παιδιά. Στην πραγματικότητα οι αριθμοί αυτοί είναι μεγαλύτεροι (ορισμένοι κάνουν λόγο για άνω των 1.900) και θα εξειδικευτούν όταν εντατικοποιηθούν οι έρευνες. Οι συνολικοί μαχόμενοι νεκροί από τον πόλεμο ενδέχεται να ξεπεράσουν κατά πολύ τις 10.000, αθροιστικά και από τις δύο πλευρές, ενώ οι συνολικοί τραυματίες ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες. Περί τα 2,8 εκατομμύρια οι εκτοπισμένοι πρόσφυγες.

Στο διαπραγματευτικό πεδίο, σύμφωνα με τις δηλώσεις των κύριων διαπραγματευτών Ρωσίας – Ουκρανίας, σημειώνεται πρόοδος προς μια δυνητική συμφωνία εκεχειρίας. Υπενθυμίζεται ότι ο Ζελένσκι είχε πει δημόσια πως συζητά τους 2 από τους 4 ρωσικούς όρους (αναγνώριση ενός sui generis ανεξάρτητου καθεστώτος των ρωσόφωνων αποσχισθεισών  περιοχών της Κριμαίας, Ντονέτσκ, Λουγκάνσκ). Είναι λοιπόν πιθανό να συμφωνηθεί κάποια ουδετερότητα (μένει να δούμε αν θα αποτυπωθεί και συνταγματικά) της Ουκρανίας, στα πλαίσια των προβλέψεων πολλών αμερικανών αναλυτών (Kissinger το 2014 και Mearsheimer το 2015), προσομοιάζοντας στο μοντέλο Φινλανδίας ή Σουηδίας. 

Πολιτικές, οικονομικές και στρατηγικές εξελίξεις

Ενδιαφέρον είχε η ρητορική του ουκρανού προέδρου, ο οποίος εξαπέλυσε τις προηγούμενες μέρες σφοδρότατη κριτική στην – κατά τα άλλα αναμενόμενη και σε ένα βαθμό λογική –  απόφαση του ΝΑΤΟ να μην επέμβει επιχειρησιακά (πχ μη επιβολή μιας no fly zone ή άρνηση παροχής των πολωνικών αεροσκαφών στους ουκρανούς), ενώ συνεχίζει να ζητά «εγγυήσεις ασφαλείας» από τη Δύση. Όμως, μόλις προχθές, ο Ζελένσκι έριξε την «βόμβα» ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, στο ΝΑΤΟ. Το Ηνωμένο Βασίλειο επίσης επιβεβαίωσε, δια του Πρωθυπουργού Τζόνσον, αυτή την πραγματικότητα. Οι Ουκρανοί φαίνεται να καταλαβαίνουν, έστω ετεροχρονισμένα και κατόπιν της φονικής εισβολής, πως έλαβαν τα προηγούμενα χρόνια ψευδείς ή υπερβολικές εγγυήσεις – σε επιχειρησιακό πάντοτε επίπεδο -, με αποτέλεσμα να συνειδητοποιούν ότι μάχονται μόνοι τους. Ενδεικτική του κλίματος ήταν και η απάντηση του ΓΓ του ΝΑΤΟ, Στόλτενμπερκ,  προ ημερών όπου διέκρινε τον «σύμμαχο από τον φίλο» αναφερόμενος στην Ουκρανία.

Επιπλέον, χιλιάδες βασικές ουκρανικές υποδομές είναι αυτή τη στιγμή κατεστραμμένες και η χώρα παρουσιάζει εικόνες «Τσετσενίας του 1995» και «post Arab Spring Μέσης Ανατολής». Εν ολίγοις, η χώρα έχει μετατραπεί σε ερείπια, έχοντας δεχτεί γύρω στους 1000 ρωσικούς πυραύλους. Θα χρειαστούν πολλά χρόνια για την αναστύλωσή της. Για λόγους άμυνας αλλά και οικονομικής αναγκαιότητας, η Ουκρανία έχει λάβει από τον Δεκέμβρη μέχρι σήμερα δάνεια, κυρίως από το ΔΝΤ, συνολικού ύψους 22,5 δισεκατομμυρίων περίπου δολαρίων. Λόγω των δανείων αλλά και του έκτακτου αμερικανικού πακέτου στήριξης, ύψους 13.6 δισεκατομμυρίων δολαρίων (6.5 για στρατιωτική ενίσχυση μέσω Πενταγώνου και 6.7 για ανθρωπιστική) που επικύρωσε ο πρόεδρος Biden, είναι ασφαλές να πούμε πως  η Δύση, και δη η Ουάσινγκτον, θα συνεχίσει να έχει αυξημένη επιρροή στην Ουκρανική πολιτική σκηνή. Αντίστοιχα, είναι μαθηματικώς βέβαιο πως η Ρωσία θα αναγκαστεί να καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις, μετά από απόφαση της Χάγης (η οποία ήδη έχει αποφανθεί ότι η ρωσική εισβολή είναι παράνομη και πρέπει αμέσως να σταματήσει), την επαύριο της μάχης. Βέβαια, το αν οι Ρώσοι θα αποδεχτούν να καταβάλουν, ή όχι, αυτές τις αποζημιώσεις είναι μια άλλη συζήτηση που άπτεται της δεσμευτικότητας και των θεσμικών οργάνων του διεθνούς δικαίου.

Σε αυτό το σημείο, η μάχη για την κατάκτηση – ή όχι – του Κιέβου έχει πλέον συμβολικό χαρακτήρα διεθνούς ενδιαφέροντος.

Οι Ρώσοι, αν και έχουν σημειώσει αρκετές επιτυχίες στο πεδίο, υποεκτίμησαν σαφώς την αντίσταση των Ουκρανών. Όπως άλλωστε ολόκληρος ο πλανήτης. Οι Ρώσοι πλέον δηλώνουν πως δεν επιθυμούν αλλαγή της ουκρανικής κυβέρνησης, ωστόσο συνεχίζουν να «φυτεύουν» ρωσόφωνους δημάρχους στις κατεκτημένες περιοχές. Οι δυτικές κυρώσεις μεσο-μακροπρόθεσμα θα πλήξουν σημαντικά την ρωσική οικονομία και θα την στρέψουν σε μια ακόμα στενότερη σχέση με Κίνα – Ινδία – Ασία. Συγκεκριμένα, τις τρεις τελευταίες βδομάδες το ρούβλι έχει υποτιμηθεί κατά 32% (από την κρίση της Κριμαίας μέχρι σήμερα συνολικά έχει υποτιμηθεί κατά 148%…) και η Κεντρική Τράπεζα της χώρας έχει ανακοινώσει την αδυναμία της Ρωσίας να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος της σε ξένα νομίσματα. Παράλληλα, έχουν ήδη επιβληθεί capital controls και έχουν περιοριστεί οι ρωσικές εξαγωγές (πχ το πετρέλαιο προς τις ΗΠΑ). Εν ολίγοις, ο Πούτιν ναι μεν κερδίζει στο πεδίο (όπως έκανε και στη Συρία), όμως το κόστος φαίνεται να συνεπάγεται την ακύρωση των εικοσαετών προσπαθειών ρωσικής αναπτυξιακής ανάκαμψης. Ο πολιτικός χρόνος τώρα κυλάει, σαφώς, εναντίον του Πούτιν αλλά και του άμαχου ουκρανικού λαού που αποτελεί και το μοναδικό θύμα της όλης κρίσης.

Χάρτης της εμπόλεμης Ουκρανίας και των περιοχών κατοχής

Χάρτης της εμπόλεμης Ουκρανίας που αποτυπώνει με κόκκινο τις περιοχές που ελέγχει, εν όλω ή εν μέρει, ο ρωσικός στρατός. Πηγή: Al Jazeera

Η μάχη της διπλωματίας

Διπλωματικά, πρέπει να τονίσουμε πως Τουρκία και Κίνα αποτελούν τους κυριότερους διαμεσολαβητές αποκλιμάκωσης, αναβαθμίζοντας την διεθνή τους εμβέλεια προς ίδιον όφελος. Ενδεικτικό είναι μάλιστα πως στο προσχέδιο συμφωνίας αποκλιμάκωσης που διέρρευσαν οι FT, η Τουρκία εμφανίζεται ως εγγυήτρια δύναμη, καθώς απολαμβάνει της στήριξης τόσο της Ουκρανίας όσο και της Ρωσίας. Στο ίδιο πλαίσιο διαμεσολάβησης κινούνται, τηρουμένων των αναλογιών, τόσο η Γαλλία όσο και το Ισραήλ. Η Ελλάδα, συνεχίζει να παρουσιάζει σχεδόν υπνωτική κινησιολογία, ενώ θα μπορούσε επίσης να επιδιώκει έναν διαμεσολαβητικό ρόλο. Ταυτόχρονα, τεράστια εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η Ελλάδα συνεχίζει να μην εκμεταλλεύεται την κρίση ως παράθυρο ευκαιρίας για προσχέδια συγκεκριμένων μέτρων έναντι της Τουρκικής προκλητικότητας – ασχέτως αν αυτή έχει μειωθεί λόγω συγκυρίας – σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το είπαμε και θα το θίξουμε ξανά: Η Ελλάδα (συνεχίζει να) πάσχει από παθητική εναρμόνιση και ουδέποτε ενεργητική απαίτηση ή διαμεσολάβηση.

Οικονομικό «σοκ» – νέες κρίσεις προ των πυλών

Τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία έχουν ήδη δρομολογήσει ενεργειακή και επισιτιστική κρίση, ενώ οι μεταφορές προϊόντων (ναύλοι) και η ανεφοδιαστική αλυσίδα πιέζονται σε τεράστιο βαθμό. Όλα αυτά συμβαίνουν σε περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού δίχως να έχουμε ανακάμψει από τις συνέπειες της πανδημίας, με τα δημόσια χρέη να έχουν εκτοξευτεί τα τελευταία 2,5 χρόνια.

Η γενικότερη αίσθηση, όπως την αποτυπώνουν καθηγητές οικονομικών, πολιτικοί και τραπεζίτες, είναι πως «δεν μπορούμε να αντιληφθούμε αυτό το οποίο έρχεται…».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως και θα έπρεπε, ήδη εξετάζει σενάρια μείωσης της εξάρτησης της από το φυσικό αέριο ενώ ήδη ασκούνται πιέσεις για επαναφορά του αγωγού  East Med. Από αυτή την διαδικασία κερδισμένη φαίνεται να βγαίνει η Αμερική που θα αυξήσει τις εξαγωγές της σε υγροποιημένο φυσικό αέριο, γεγονός που αποτελεί ενδεικτικό του ρόλου της στην όλη κατάσταση ήδη από το 2008. Ωστόσο, η μείωση από την εξάρτηση του φυσικού αερίου στο βραχυπρόθεσμο διάστημα κρίνεται ιδιαίτερα δύσκολη (πχ ειδικώς στην περίπτωση της Γερμανίας που εισάγει το 40% του φυσικού της αερίου από την Ρωσία). Παράλληλα, η συγκυριακή επιστροφή στον λιγνίτη, και άρα στους αυξημένους ρύπους αερίων του θερμοκηπίου, λόγω του πολέμου, πηγαίνει όλη την ανθρωπότητα πίσω αναφορικά με την πολυπόθετη κλιματική μετάβαση εν είδει αντιμετώπισης της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Διαπραγμάτευση Ρωσοουκρανών
Στο δια ταύτα

Οι Ρώσοι ναι μεν θα έχουν γεωπολιτικά οφέλη από την παράνομη εισβολή τους (πχ μια στρατιωτικά ουδέτερη και σαφώς αποδυναμωμένη Ουκρανία), όμως το μεσοπρόθεσμο οικονομικό και πολιτικό κόστος, ιδίως για το απολυταρχικό μοντέλο Πούτιν, θα είναι οξύτατο. Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να ασκούν τεράστια επιρροή στην εκάστοτε Ουκρανική κυβέρνηση, αφού πλέον έχουν επενδύσει πάρα πολλά δισεκατομμύρια εκεί σε δάνεια και παροχές, ενώ ταυτόχρονα θα αυξήσουν τις εξαγωγές τους σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (αυτό μάλιστα είναι και ενδεικτικό της στάσης τους μέχρι σήμερα στην όλη κρίση). Η Ουκρανία ενδεχομένως να αναγκαστεί να συμφωνήσει σε ένα ουδέτερο μοντέλο εκτός ΝΑΤΟ, όμως είναι εξαιρετικά πιθανό να ενταχθεί στην ΕΕ στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, εφόσον η ΕΕ δεν διαθέτει ακόμα τον δικό της ανεξάρτητο στρατό και άρα δεν συνιστά στρατηγικό κίνδυνο στην ρωσική αντίληψη. Το ΝΑΤΟ, μετά τον πόλεμο, αναμένεται να αυξήσει την παρουσία του στην Ανατολική Ευρώπη, σε χώρες όπως της Βαλτικής και την Πολωνία, ενώ ήδη έχουν ανακοινωθεί αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες από τα κράτη – μέλη.

Από ό,τι φαίνεται, ο ουκρανικός (και δη άμαχος) λαός είναι ο μοναδικός χαμένος, καθώς βρίσκεται σε έναν προδιαγεγραμμένο πόλεμο συμφερόντων που τον ξεπερνά.

Σε δεύτερο και μεταπολεμικό χρόνο, πρέπει κάποτε να ανοίξει και η συζήτηση που θα αφορά, πέραν των πλειοψηφικών ρωσικών αλλά και αμερικανονατοϊκών, τις διαχρονικές ευθύνες της ουκρανικής ηγεσίας, από την εποχή Ποροσένκο μέχρι και του Ζελένσκι, με γνώμονα το κατά πόσο θα μπορούσε να είχε βρεθεί μια διπλωματική λύση εν είδει έντιμου συμβιβασμού (προ της εμπόλεμης σύρραξης), ή όχι, ανάμεσα στις δύο πλευρές. Κάπου εδώ να υπενθυμίσουμε ότι αναλυτές ήδη από το 2014 έχουν δώσει πληθώρα δυνητικών λύσεων, σε ένα πλαίσιο μιας πιο ουδέτερης και διπλωματικά ενεργής ουκρανίας, που όμως αγνοήθηκαν από όλους τους δρώντες. Ενδεικτικά ας αναφέρουμε τι έλεγε ο Kissinger το 2014:

«(…) Για να ακμάσει η Ουκρανία πρέπει να ξεφύγει από το δίλημμα Δύση – ΝΑΤΟ ή Ανατολή – Μόσχα, και να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στις δύο. Τόσο η Ρωσία όσο και οι Δυτικοί πρέπει να αντιληφθούν ότι δεν μπορούν να επιβάλλουν στην Ουκρανία ένα καθεστώς κράτους – μαριονέτας». Στην ίδια γραμμή κινείται και ο Mearsheimer, ακαδημαϊκός και  πρώτος διδάξας του αμερικανικού ρεαλισμού.

Σε αυτό το σημείο δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί, έστω ρητορικά, για το εάν έπρεπε να φτάσουμε μέχρι το σημείο της παράνομης ρωσικής εισβολής και της βιαιότητας του πολέμου, αντί να είχε προκριθεί από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (Ουκρανία, Ρωσία, ΝΑΤΟ, Ουάσινγκτον, Βρυξέλλες) η τήρηση των συμφωνιών του Μινσκ και άρα η αποκλιμάκωση των συγκρούσεων, που πυροδοτήθηκαν εκ νέου από τις καθημερινές επιθέσεις εξτρεμιστικών ακροδεξιών ομάδων (πχ ουκρανικό τάγμα Αζοφ από την μία και αυτονομιστές ρωσόφονοι από την άλλη) και από τις δύο πλευρές,  στο Ντονμπάς. Σε κάθε περίπτωση, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ευχηθούμε γρήγορη αποκλιμάκωση, κατάπαυση του πυρός και ανοικοδόμηση της χώρας. Όλα τα άλλα περιττεύουν μέχρι να υπάρξει τελική συμφώνια ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Αναγκαίο ΥΓ. Φιλική Επισήμανση για διάφορες «αναλύσεις»: Ποιό είναι το πρόβλημα της αναγωγής του Ρωσοουκρανικού αποκλειστικά στο καθεστώς Πούτιν;

Ο Βλάντιμιρ Πούτιν, πρώην πράκτορας της KGB, είναι ένας αυταρχικός πολιτικός που βασίζει την κυριαρχία του σε ανελεύθερες μεθόδους, υποστηριζόμενος από ολιγάρχες δικής του παρασκευής. Διατηρώντας την πολιτική κουλτούρα της Ρωσίας, από την Τσαρική μέχρι και την Σοβιετική εποχή της, συνεχίζει να κυβερνά με διώξεις, καταστολή και λογοκρισίες. Δεν έχει μάλιστα σταματήσει να στηρίζει ακροδεξιές και υπερσυντηρητικές πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Ουδεμία αντίρρηση επ’ αυτών. Η Πουτινική Ρωσία είναι άλλωστε ένα πολιτειακό δίδυμο της Ερντογανικής Τουρκίας, και το αντίστροφο.

Ωστόσο, εάν νομίζουμε πως μια δυνητική αντικατάσταση του Πούτιν θα καταλήξει στην επίλυση του Ρωσοουκρανικού και εν γένει της σύγκρουσης ΝΑΤΟ – Ρωσίας (και θα έλεγα ευρύτερα Δύσης – Ασίας), μάλλον δεν κάνουμε έρευνα αλλά προβολή επιθυμιών. Ανεξαρτήτως πολιτικής ηγεσίας ή πολιτειακής μορφής, η Ρωσία θα έχει πάντοτε έννομο συμφέρον στο να παρακολουθεί την αμυντική πολιτική των γειτόνων της, βλέποντας φοβικά τη ΝΑΤΟϊκή επέκταση προς την Ανατολή. Αυτό σημαίνει πως είτε με, είτε χωρίς, Πούτιν, το ρωσικό κράτος θα βλέπει επιθετικά την τοποθέτηση πυραύλων και δυτικών εξοπλισμών στην «εξώπορτά» τους.

Το να νομίζουμε λοιπόν πως η, κατά τα άλλα καλοδεχούμενη, πτώση του Πούτιν θα αλλάξει τους ρωσικούς στρατηγικούς στόχους και θα οδηγήσει σε ειρήνευση με τους Ουκρανούς ή τους Δυτικούς, είναι σαν να υποστηρίζουμε πως η αλλαγή του Ερντογάν στην Τουρκία θα οδηγήσει σε ομαλοποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων (που από το… 1955 είναι τεταμένες…).

Για να φέρω ένα παράδειγμα απλό και κατανοητό, ας αναρωτηθούμε το εξής: Είτε με Τραμπ είτε με Biden ως προέδρους των ΗΠΑ, μιας τυπικά φιλελεύθερης δυτικής δημοκρατίας, υπάρχει ποτέ η περίπτωση να μην αντιδράσει η Αμερική σε μια δυνητική μεταφορά εχθρικού εξοπλισμού στο γειτονικό Μεξικό ή στον Καναδά; Όταν οι ΗΠΑ παραλίγο να ξεκινήσουν πυρηνικό πόλεμο με τους Σοβιετικούς το 1962 λόγω μεταφοράς πυρηνικών πυραύλων στην Κούβα;

Ας δούμε την μεγάλη εικόνα. Όχι την δημοσιογραφική. Προφανώς όλοι ελπίζουμε στην αποδόμηση απολυταρχικών προσώπων και μοντέλων (πολλοί μάλιστα εξ ημών δεν περιμέναμε την συγκεκριμένη εισβολή για να ανακαλύψουμε και να καταδικάσουμε τις ανελεύθερες πρακτικές του Πούτιν…). Όμως, ας διαβάσουμε ρεαλιστικά τα δεδομένα, για να μη χρειαστεί να επαναληφθούν. Περισσότερα θα μπορούν να ειπωθούν μετά την πολυπόθετη εκεχειρία στην Ουκρανία… Τις καλύτερες παρεμβάσεις τις έχουν κάνει Sanders – Κοτζιάς. Η όλη κρίση είναι η αρχή μιας νέας αμυντικής αρχιτεκτονικής με όλως διαφορετικές ισορροπίες. Περισσότερα σε ανάλυση μετά την πολυπόθετη εκεχειρία.