Ο θεσμός του «Δημοτικού Συνηγόρου του Πολίτη» (Municipal Ombudsman), αν και λειτουργεί με επιτυχία εδώ και δεκαετίες σε πολλές ευρωπαϊκές πόλειςπαρέμενε άγνωστος για τα ελληνικά δεδομένα έως και το 2010. Τότε, με τον «Καλλικράτη» (ν. 3852/2010) εισήχθη για πρώτη φορά στην ελληνική αυτοδιοικητική πραγματικότητα ένας θεσμός με στόχο την αναβάθμιση της σχέσης μεταξύ Διοίκησης και πολίτη, την αντιμετώπιση προβλημάτων, δυσλειτουργιών και κακοδιοίκησης, αλλά και την διασφάλιση της τήρησης της νομιμότητας. Σήμερα, 10 χρόνια αργότεραο θεσμός αυτός δεν κατέχει τη θέση που του αρμόζει στην ελληνική δημόσια διοίκηση και σε μεγάλο βαθμό τα νομοθετήματα περί αυτού δεν έχουν καν εφαρμοστεί. Τι προβλέφθηκε όμως και τιεν τέλει, εφαρμόστηκε; 

Το 2010 ο «Καλλικράτης» (ν. 3852/10) μεταξύ άλλων συνέστησε τον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης (αρ.77) και τον Περιφερειακό Συμπαραστάτη (αρ.179) για τους Ο.Τ.Α α’ και β’ βαθμού αντίστοιχα. Πρόκειται για μονοπρόσωπα όργανα, η θητεία των οποίων θα ακολουθούσε αυτή της δημοτικής/περιφερειακής αρχής. Το πρόσωπο που θα επιλεγόταν για τη θέση, έπρεπε να είναι εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας, χωρίς να θέτει ο νομοθέτης συγκεκριμένα απαραίτητα προσόντα. Τα κυριότερα, όμως, στοιχεία ήταν ότι αφ’ ενός το πρόσωπο αυτό επιλεγόταν με εκλογή από το αντίστοιχο Συμβούλιο (Δημοτικό και Περιφερειακό) με αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών και αφ’ ετέρου πως το μονομελές αυτό όργανο θα υποστηριζόταν διοικητικά από τις υπηρεσίες του Δήμου/Περιφέρειας. Όπως ήταν λογικό, οι αναγκαία μεγάλες και δυσεύρετες πλειοψηφίες σε συνδυασμό με την καχυποψία πολλές φορές των εχόντων την εξουσία για ένα όργανο που κατ’ ουσία θα επιβλέπει τις κινήσεις των υπηρεσιών τους, οδήγησε στην πλήρη απαξίωση του θεσμού κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του (2011-2014). Και στις λίγες περιπτώσεις που κατάφερε να συσταθεί το όργανο ήταν αντιφατική η λειτουργία του, καθώς έψεγε και ασκούσε έλεγχο για κακοδιοίκηση στις υπηρεσίες οι οποίες το υποστήριζαν διοικητικά(;) 

Συνεχίζοντας την νομοθετική πορεία του θεσμού, φτάνουμε στο 2018, οπότε η Κυβέρνηση, αν και στα τέλη της θητείας τηςπροχωρά σε μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τον «Κλεισθένη» (ν. 4555/18). Στα άρθρα 152-174 καταργούνται οι μέχρι πρότινος Συμπαραστάτες και μετονομάζονται σε Δημοτικούς και Περιφερειακούς Διαμεσολαβητές. Επίσης, προβλέπονται ελάχιστα τυπικά προσόντα για την κάλυψη της θέσης, όπως πτυχίο/μεταπτυχιακός τίτλος νομικών, πολιτικών, οικονομικών ή διοικητικών επιστημών και η γνώση μιας ξένης γλώσσας. Επιπλέον μειώνεται η αναγκαία πλειοψηφία για την εκλογή σε απόλυτη και σε τελική φάση ακόμη και σε σχετική πλειοψηφία του υποψηφίου. Τέλος, προβλέπεται η διοικητική υποστήριξη του οργάνου από το Αυτοτελές Γραφείο Διαμεσολάβησης. Αν και οι αλλαγές αυτές φαίνεται πως ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, η χρονική συγκυρία δεν ήταν η κατάλληλη, καθώς ακολούθησαν εκλογές και αλλαγή Κυβέρνησης, πράγμα που στην Ελλάδα σημαίνει και νέα μεταρρύθμιση. 

Πράγματι η νεοεκλεγείσα Κυβέρνηση προχώρησε το 2019 σε νέα αλλαγή, πριν καν εφαρμοστεί η προηγούμενημε τον νόμο 4623/19. Βασισμένη στο ίδιο πνεύμα με τον «Καλλικράτη», επανέφερε τους Συμπαραστάτες και το συν αυτώ πρότερο καθεστώς με δύο μικρές αλλαγές. Πρώτον, προστέθηκε η δυνατότητα σύστασης του οργάνου και σε νησιωτικούς δήμους και δεύτερον, η απαιτούμενη πλειοψηφία για την εκλογή του μειώθηκε στα τρία πέμπτα (3/5) των παρόντων μελών. Έτσι, σε μεγάλο βαθμό εξασφαλίζεται ότι η διαδικασία θα μπορέσει να τελεσφορήσειχωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα είναι και αποτελεσματική. Βέβαια, μένει να δούμε τα αποτελέσματα της τρέχουσας περιόδου και το κατά πόσο εφαρμόζεται και λειτουργεί ο θεσμός στην πράξη, για να μπορέσουμε να κρίνουμε ορθώς τις αλλαγές. 

Ο θεσμός της διαμεσολάβησης δεν είναι ο μόνος που έχει πέσει θύμα κακής νομοθέτησης και ελλιπούς σχεδιασμού. Σε πολλές περιπτώσεις γίνεται φανερό ότι η εκάστοτε Κυβέρνηση προχωρά σε ενσωμάτωση ευρωπαϊκών και δυτικών οργάνων και λειτουργιών, χωρίς πρώτα να τα προσαρμόζει στην ελληνική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να απαξιώνονται στην πράξη από το σύνολο των εμπλεκομένων. Φυσικά, η κακή νομοθέτηση, αν και κύριο στοιχείο, δεν είναι το μόνο που μπορεί να οδηγήσει σε απαξίωση και αδράνεια ένα θεσμό. Δεν είναι λίγες οι φορές, που η θέση του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης έμεινε ανενεργή από προθέσεως της ίδιας της διοίκησης είτε λόγω καχυποψίας έναντι στον θεσμό είτε έναντι του προσώπου. Επι παραδείγματι, έχει παρατηρηθεί ο Συμπαραστάτης, αν και αρμοδιότητά του είναι η επέμβαση επί των πράξεων των υπηρεσιών, να εκμεταλλεύεται το «βήμα» που του δίνεται ως αντιπολιτευτικό όπλο απέναντι στη διοικούσα δημοτική αρχή και να εμπλέκεται ακόμα και σε αποφάσεις των αιρετών. Συγκεφαλαιώνοντας, διακρίνουμε πόσο σημαντικός είναι ο σχεδιασμός πριν, αλλά και η παρακολούθηση του κάθε νομοθετήματος κατά την εφαρμογή του, ώστε να εκμηδενιστεί κάθε πιθανή ατέλεια ή δυσκολία. Σαφώς, η διαμεσολάβηση σε τοπικό επίπεδο δεν βρίσκεται στο στάδιο που οι περισσότεροι ίσως θα περίμεναν, μετά από 10 χρόνια ενεργής νομοθεσίας, επιβάλλεται, όμως, να αφήσουμε χρόνο σε μία μεταρρύθμιση να δοκιμαστεί και έπειτα να τη διορθώσουμε. Το «ράβε – ξήλωνε» και οι αλλαγές επι αλλαγών μόνο καθυστέρηση μπορούν να επιφέρουν στην εξέλιξη του επιδιωκόμενου. 

Πηγή εικόνας: Investopedia