Του εξωτερικού συνεργάτη, Κωστή Μυλωνά,
Νύχτες αϋπνίας, του Τάσου Λειβαδίτη
Ένα φιλαράκι μου, Κρητικός (οι Κρητικοί μοιάζουν πολύ με εμάς τους Θεσσαλονικείς), μου έφερε για την ορκωμοσία μου ένα βιβλίου του Τάσου Λειβαδίτη, για τον οποίο γράψαμε και παλιότερα. Συγκεκριμένα, μου έφερε «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου», από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Πάμε να μιλήσουμε λοιπόν για τις «νύχτες αϋπνίας» του Τάσου Λειβαδίτη.
Συνήθως τα βράδια κάθομαι και διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες στον
εαυτό μου
ή έμπαινα στον κήπο που ήταν ζωγραφισμένος στην παλιά μπάντα
του τοίχου – η άνοιξη είναι αιώνια εκεί –
Δεν ξέρω για εσάς που διαβάζετε το κείμενο, αλλά εγώ θα εξομολογηθώ ότι έχουν υπάρξει πολλά ξενύχτια στη ζωή μου. Όχι απαραίτητα με φίλους έξω σε μαγαζιά, άλλωστε νομίζω ότι και ο Λειβαδίτης δεν αναφέρεται σε αυτά, αλλά σε εκείνα τα ατομικά ξενύχτια που κάνεις μόνος σου στο κρεβάτι ή σε έναν καναπέ ή στο τραπέζι σου. Νύχτες στις οποίες ψάχνεις τον εαυτό σου. Ορισμένες φορές τον βρίσκεις, άλλες όχι. Πάντως είναι μια ατομική διαδικασία σχεδόν με όρους ιεροτελεστίας.
Εμένα συνήθως ξεκινάει κάπως έτσι: προσπαθώ να κοιμηθώ, δεν βγαίνει, δεν το αποδέχεσαι αρχικά, πρέπει να περάσει λίγη ώρα, ώστε να συμφιλιωθείς με την ιδέα ότι σήμερα δεν έχει ύπνο. Έχει ξενύχτι και στοχασμό. Οι ψεύτικες ιστορίες που διηγείται ο Λειβαδίτης στον εαυτό του συνήθως είναι επιδιώξεις, όνειρα, έρωτες που δεν έγιναν πραγματικότητα. Σκέφτεσαι πώς θα ήταν «αν». Το περίφημο what if που λέμε στον αθλητισμό. Σκέφτεσαι την ιστορία όπως θα την ήθελες: βρίσκεις μια ωραία εισαγωγή, σενάριο, πλοκή και προχωράει το πράγμα.
Είναι πολύ όμορφο τελικά να σκηνοθετείς μια ταινία που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί, έναν κινηματογραφικό μύθο που τον ξέρεις μόνο εσύ. Το διαζευτικό «ή» έρχεται να μας δώσει μια άλλη εκδοχή της αϋπνίας μας. Κάποιες νύχτες δεν θέλεις να σκεφτείς, ούτε να δημιουργήσεις μια ταινία με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή εσένα. Θέλεις απλά να περιεργαστείς τον χώρο. Τον πίνακα στο σαλόνι, μια παλιά ξεθωριασμένη παιδική σου φωτογραφία, το πλεχτό σεμεδάκι που είχε φτιάξει η γιαγιά σου και κοσμεί την τηλεόραση.
Σεμεδάκι και τηλεόραση: μια ένωση παράδοσης και εξέλιξης. Μετά να βγεις έξω στο μπαλκόνι, να αφουγκραστείς την ησυχία όλων των ανείπωτων ανησυχιών, ένα βλάκα που κάνει σούζα με το μηχανάκι και σου χαλάει την ηρεμία. Και φυσικά μπορείς, αν έχεις, να βλέπεις μια θέα που ξεπροβάλλει και συνδυάζει παρελθόν και ελπίδα, αναμνήσεις και όνειρα, παιδικότητα και λογική.

Πηγή εικόνας: tleivaditis.weebly.com
θυμάσαι που ψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον Θεό ή
ονειρευόμαστε ν’αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου
απογέματος,
κ’ ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα σταχτί στον
ουρανό
Εδώ έχουμε δύο μέρη. Στο πρώτο είναι αυτά που πιστεύαμε, αυτά που ελπίζαμε να έρθουν. Η προσπάθεια αναζήτησης του θεού, οι μεταφυσικές ερωτήσεις και απαντήσεις που διαλεκτικά ακούγονται σε ένα τραπέζι, το πρώτο φλερτ σε μια κοπέλα και η αγωνία για το αν θα ακολουθήσει χυλόπιτα ή υπάρχει προοπτική. Το δεύτερο μέρος ωστόσο, είναι η σκληρή πραγματικότητα. Άσχημα γεγονότα τα οποία τα ενθυμούμαστε σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία και αυτή η οπτική της αποτυχίας, της απογοήτευσης.
Γιατί όπως μπορείς να δεις γαλανό και ελπιδοφόρο τον ουρανό, έτσι μπορείς να σου φαίνεται σκοτεινός και με σύννεφα.
Η μητέρα που κάθε τόσο άφηνε το εργόχειρό της να πέσει στο
πάτωμα για να σκύψει να δει λίγο τους νεκρούς της
κι εγώ που τις νύχτες ήταν αδύνατο να κοιμηθώ, έχοντας χάσει
τον ύπνο μου μέσα σ’ένα παραμύθι.
Λοιπόν, τι κερδίσαμε; Τι θα μείνει; Πώς θα σωθούμε;
Στο υπόγειο μαζεύτηκαν σωρός τα πράγματα από άλλες εποχές.
Πότε θα ξεχάσουμε;

Πηγή εικόνας: LIFO
Η αναφορά στη μητρική φιγούρα δεν είναι τυχαία. Αυτή συνήθως θυμάται με νοσταλγία τα παλιά χρόνια, ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή της και μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας δεν έχει χρόνο να τα αναλογιστεί συχνά. Το «εργόχειρο που πέφτει» είναι λοιπόν μια πρόφαση που βρίσκουν μερικές φορές οι άνθρωποι, ώστε να ξεφύγουν νοητά από τις υποχρεώσεις και το πρόγραμμα και να ζήσουν, νοητά και φανταστικά, κάτι άλλο, όχι αυτό που υπάρχει, αυτό που υπήρχε ή θα ήθελαν να υπάρχει. Ένα παρελθόν ή ένα μη παρόν.
Απέραντες παιδικές ώρες όταν δεν έφτανε ένα ατέλειωτο καλοκαίρι για να πάμε απ’ τη μια ροδιά στην άλλη. Κι ω φθινόπωρο που μας πήγες πιο πέρα…
Ο Λειβαδίτης κλείνει το ποίημα νοσταλγώντας την παιδική του ηλικία. Τότε που οι αιώνες έμοιαζαν δευτερόλεπτα και τα δευτερόλεπτα αιώνες. Τότε που παίζαμε στο τώρα και έφτανε το αύριο γρήγορα, που δεν φοβόσουν, που ήλπιζες, που περίμενες το ξημέρωμα για λίγο ακόμα παιχνίδι, που δεν ήθελες να ακούσεις τη φωνή της μαμάς σου να λέει ότι ήρθε η ώρα να γυρίσεις σπίτι. Τότε που όλα έμοιαζαν όμορφα. Το φθινόπωρο μας επαναφέρει στη μνήμη μας όχι μόνο ότι ζήσαμε καλά, αλλά ότι πρέπει να ζήσουμε στο τώρα.
Κι άλλο, προλαβαίνουμε!