Αδιαμφισβήτητα, το θέμα που έχει προκαλέσει πόλωση στους νέους και στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο, δεν είναι άλλο από την παροχή κινήτρων για την εμβολιαστική διαδικασία. Δύο αρθρογράφοι του YV, η Βαρβάρα Στενού και η Ειρήνη Κονγκίνη, διασταυρώνουν τις πένες τους και υποστηρίζουν την θετική και αρνητική πτυχή του, διεθνούς πλέον, φαινομένου!

Λόγος: Βαρβάρα Στενού
Μπορεί να άρθηκε η απαγόρευση κυκλοφορίας και να άνοιξε η εστίαση, η πανδημία είναι εδώ, ο κίνδυνος παραμένει ίδιος και στην γωνία, παραμονεύουν οι μεταλλάξεις, η μία πιο επιθετική και μεταδοτική από την άλλη. Ανοσία της αγέλης, μόνο αυτό μπορεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο ενός ακόμα lockdown. Πώς, λοιπόν, επιτυγχάνεται η ανοσία της αγέλης, δηλαδή η ύπαρξη ενός μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού που να έχει αποκτήσει ανοσία στην μόλυνση προκειμένου να προστατεύσει τον υπόλοιπο πληθυσμό; Είτε μέσω φυσικής έκθεσης στον ιό, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για κάθε οργανισμό, είτε μέσω εμβολιασμού.
Γιατί είναι σημαντική η ανοσία; Προφανώς, για να περιοριστεί η εξάπλωση της πανδημίας ως ότου λήξει, πριν θρηνήσουμε ακόμα περισσότερα άτομα. Όταν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει πια αναπτύξει αντισώματα στον ιό, περιορίζεται η διασπορά και συνεπώς, μειώνεται σημαντικά η πιθανότητα μόλυνσης ατόμων χωρίς ανοσία στον ιό. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που είναι ήδη γνωστό από την δεκαετία του 1970 και συνέβαλε σημαντικά στην αντιμετώπιση προηγούμενων πανδημιών (π.χ. της ευλογίας, το 1976).
Έτσι, λοιπόν, η μαζική αύξηση των εμβολιασμένων εντός των επόμενων μηνών, αποτελεί κομβικό σημείο για την έκβαση της πανδημίας από εδώ και πέρα. Αν και αποδεδειγμένα, το εμβόλιο αποτελεί το πιο αποτελεσματικό μέτρο πρόληψης και αντιμετώπισης της εξάπλωσης μιας επιδημίας, πολλοί είναι εκείνοι που προβληματίζονται σχετικά με αυτό. Ο χρόνος, ωστόσο, πιέζει και η εκπαίδευση και η πλήρης ενημέρωση για τη σημασία του εμβολιασμού σε συνθήκες πανδημίας δείχνουν να μην είναι άμεσα εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές ως τεχνικές. Συνεπώς, η παροχή κινήτρων για την ενθάρρυνση των διστακτικών να εμβολιαστούν, δείχνει να εξυπηρετεί το στοίχημα της ανοσίας της αγέλης.
Αξίζει να αναφερθεί, πως η τακτική αυτή προσέγγισης δεν είναι μια ελληνική «πατέντα». Η Ε.Ε. διευκολύνει τις μετακινήσεις των εμβολιασμένων, στις Η.Π.Α, πέρα από διάφορα οικονομικά κίνητρα στους ανεμβολίαστους, παρέχονται επιπλέον bonus στους εργαζομένους που έχουν εμβολιαστεί. Όλοι ανησυχούν, όλοι φοβούνται και επιτέλους έπρεπε να επιβραβευθούν όσοι παραμέρισαν τις αμφιβολίες και εμπιστεύτηκαν τους αρμόδιους υγειονομικούς φορείς για τη δική τους ασφάλεια και φυσικά, για το κοινό καλό.
Όσον αφορά την Ελλάδα, ορθώς παρέχει τέτοιου είδους κίνητρα στους νέους. Αξίζει να σημειωθεί ότι αφενός, η παροχή κινήτρων δεν στερεί από κανέναν το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης και αφετέρου, αποτελεί μία πολύ έξυπνη κίνηση στήριξης του τουρισμού. Τα 150 ευρώ θα διατεθούν σε ακτοπλοϊκά, ξενοδοχεία και πολιτιστικά δρώμενα, πράγμα που σημαίνει ότι πρόκειται για μία επένδυση. Έτσι, όχι μόνο ενθαρρύνει τους νέους να εμβολιαστούν αλλά ταυτοχρόνως, τους δίνει την οικονομική δυνατότητα, που διαφορετικά οι περισσότεροι δεν έχουν, να ταξιδέψουν, να διασκεδάσουν ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τουριστικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, δεν είναι τυχαία η επιλογή της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας. Πρόκειται για τα άτομα που έχουν αποκλειστεί, με την έννοια της φυσικής παρουσίας, από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Επιτυγχάνοντας, λοιπόν, ένα σημαντικό ποσοστό εμβολιασμένων ηλικίας 18-25, εξασφαλίζεται η διά ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία από το Σεπτέμβρη, κάτι που όλοι πλέον ζητάνε. Τέλος, το κατά πόσο έπραξε ορθά η πολιτεία ή όχι, το επιβεβαιώνουν τα νέα 18.000 ραντεβού που κανονίστηκαν, μέσα σε λίγες ώρες μετά τις σχετικές ανακοινώσεις, για τους νέους ηλικίας 18-25.
Συνοψίζοντας, ο εμβολιασμός σαφώς και αποτελεί προσωπική επιλογή του καθενός. Ωστόσο, σε συνθήκες παγκόσμιας υγειονομικής – και όχι μόνο – κρίσης, η πολιτεία οφείλει να εξασφαλίσει το ανθρώπινο δικαίωμα της ζωής, το οποίο διακυβεύεται όσο οι πολίτες της ενδίδουν σε θεωρίες και φαντάσματα και όχι σε επιστημονικά δεδομένα και ιστορικά γεγονότα (αντίστοιχες παλαιότερες πανδημίες). Λέμε ναι στην παροχή οικονομικής ενίσχυσης των νέων, λέμε ναι στο εμβόλιο και πάμε διακοπές.
Η κατάσταση είναι τέτοια που το κέντρο βάρους της συζήτησης πρέπει να μετατεθεί από το «είναι επιλογή μου» στο «έχω υποχρέωση να προστατεύσω τον εαυτό μου και τους γύρω μου από την εξάπλωση του ιού».

Αντίλογος: Ειρήνη Κονγκίνη
Η ανακοίνωση του Πρωθυπουργού σχετικά με το Voucher των 150 ευρώ, ως μέσο επιβράβευσης για την συμπεριφορά που έχουν επιδείξει όλο αυτό το διάστημα οι νέοι ηλικίας 18-25 (ωστόσο νέοι για την κυβέρνηση θα έπρεπε να θεωρούνται και οι άνω των 25), με σιγουριά μπορούμε να πούμε πως δημιούργησε αντιφατικά συναισθήματα.
Η πρώτη και επικρατέστερη άποψη που δημοσιεύθηκε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στα social media, είναι πως η κυβέρνηση προσπαθεί να δωροδοκήσει τους νέους με έναν όχι και τόσο επιδέξιο τρόπο, για να εκπληρώσει τον βασικό στόχο της δημιουργίας τείχους ανοσίας στο 70% του πληθυσμού. Σίγουρα, για τους περισσότερους νέους πολίτες που ήδη έχουν εμβολιαστεί ή προγραμματίσει τον εμβολιασμό τους, το Voucher των 150 ευρώ, δεν λειτουργεί ούτε ως δωροδοκία αλλά και ούτε ως επιβράβευση.
Ας είμαστε όμως ρεαλιστές, το χρηματικό αυτό ποσό για έναν νέο ο οποίος δεν εργάζεται είναι μηδαμινό, πόσο μάλλον όταν αυτό το ποσό δεν δίνεται και σε μετρητά για να καλυφθούν έξοδα ζωτικής σημασίας, όπως ενοίκια, λογαριασμοί, δίδακτρα κλπ. Ωστόσο, υπάρχει και αρκετά μεγάλο μερίδιο ατόμων που θα εμβολιαστούν και δεν χρειάζονται τα 150 ευρώ για να πεισθούν πως πρέπει να το κάνουν, και άρα είναι πολύ πιθανό να μη χρησιμοποιήσουν το voucher.
Επιπλέον, η ονομασία αυτή καθαυτή του voucher ως «κάρτα ελευθερίας» (‘’Freedom Pas’’) αυτόματα διχάζει και τους νέους. Δηλαδή, οι νέοι που για το παρόν χρονικό διάστημα δεν επιθυμούν να εμβολιαστούν, δεν θα έχουν ελευθερίες; Το μήνυμα είναι αυτό είναι διχαστικό και ενδέχεται να προκαλέσει τα αντίθετα αποτελέσματα, καθώς είναι απολύτως εύλογο να δημιουργήσει ερωτηματικά για κατηγορίες πολιτών δύο ταχυτήτων. Έτσι, ακόμα και νέοι που σκεφτόντουσαν να εμβολιαστούν μπορεί πλέον, λόγω αντίδρασης, να αλλάξουν γνώμη.
Εάν η κυβέρνηση θεωρεί πως με τον τρόπο αυτό μπορεί να επηρεάσει μεγάλο ποσοστό νέων και να αλλάξει την άποψη τους σχετικά με το αν πρέπει να εμβολιαστούν ή όχι, τότε σίγουρα δεν θα έπρεπε να συνεχίσει το έργο της. Αυτό που πρέπει να καταστεί σαφές στην κυβέρνηση είναι πως οι νέοι της χώρας (τουλάχιστον ένα μεγάλο ποσοστό) δεν δωροδοκείται αλλά πράττει για το κοινό καλό. Οι νέοι προτιμούν να πειστούν από επιχειρήματα παρά να πληρωθούν.
Αντιθέτως, είτε οι νέοι χρησιμοποιήσουν είτε όχι το voucher, δεν θα πρέπει να σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο τους δίνεται αυτό το κίνητρο αλλά στο ότι αυτή η επιβράβευση είναι εφήμερη χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Η νεολαία ανέκαθεν αποτελούσε, και θα συνεχίσει να αποτελεί, το «κλειδί» για τις λύσεις κάθε κυβέρνησης οποιουδήποτε κράτους. Οι κυβερνώντες το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό, αλλά ακόμα μάλλον δεν έχουν αντιληφθεί τις συνέπειες που έχει επιφέρει η υγειονομική κρίση στους νέους, ή ακόμα χειρότερα: έχουν επίγνωση της κατάστασης και θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο τους βοηθούν, αλλά έτσι ούτε βρίσκουν πραγματικές και λειτουργικές λύσεις στα προβλήματα των νέων, ούτε φαίνεται πως επιθυμούν να βρουν.
Η ουσία των 150 ευρώ λοιπόν είναι βαθύτερη. Καλό θα ήταν να μην επαναλαμβάνουμε τις λέξεις «δόλωμα» και «δωροδοκία» γύρω από αυτό το γεγονός, αφού κίνητρα εμβολιασμού έχουν υπάρξει ήδη και σε άλλες χώρες, αλλά να κατανοήσουμε τον στρεβλό τρόπο με τον οποίο θεωρεί η κυβέρνηση ότι θα επιδράσουν αυτού του είδους οι ανταμοιβές.