Η αλήθεια είναι πως η ερμηνεία μιας ενεργειακής κρίσης έχει βαθιές ρίζες στις τομές της πολιτικής και οικονομικής ιστορίας… Από τη συνολική κοινωνική διάσταση της «μηχανής» και της πρόσβασης στους ενεργειακούς πόρους στη διαμόρφωση του πρώιμου και ύστερου καπιταλισμού έως και τις πετρελαϊκές κρίσεις του 70’, οι αναταράξεις στον ενεργειακό τομέα λειτουργούν ως σημαίνον για μεταβολές σε θεσμικό και αναλυτικό επίπεδο.

Έτσι, το «σοκ» της ιδιοποίησης των ενεργειακών πόρων, και όχι μόνο η ανακάλυψη τους, κατά το 18ο αιώνα διαμόρφωσαν την πολιτική οικονομία που στον ιδιοκτήτη-κεφαλαιούχο βλέπει τη πηγή οικονομικής μεγέθυνσης και το «σοκ» της συμπόρευσης του καρτέλ των OPEC εκτόξευσαν τις τιμές δικαιολογώντας μία ισχυρή αντιπληθωριστικη πολιτική λιτότητας.

Έτσι και σήμερα, η ενεργειακή κρίση γεννά ένα πεδίο αντιπαράθεσης, ένα πεδίο μάχης πάνω στο οποίο θα χτιστεί το αφήγημα, το υπόδειγμα, η βάση ενός νέου πολιτικού μοντέλου.

Το αν ο χαρακτήρας του είναι αντιδραστικός ή προοδευτικός εξαρτάται από την υλοποίηση του συσχετισμού δυνάμεων πάνω στο εν λόγω πεδίο, η οποία αποτελεί διαδικασία πολυσχιδής και όχι αποκλειστικά οικονομική. Μία από αυτές τις διαστάσεις, λοιπόν, γίνεται φανερή ούσα ενσωματωμένη στο κρίσιμο πακέτο μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ακρίβειας στους λογαριασμούς του ρεύματος, των καυσίμων και των πρώτων υλών.

Αρχικά, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την σημασία όποιων μέτρων στήριξης των νοικοκυριών. Πάντοτε είναι δυνατή η απαίτηση για μία μεγαλύτερη στήριξη και πάντοτε η πολιτική περιγράφει ακριβώς αυτή τη διαδικασία ζύμωσης των ζωτικών μας απαιτήσεων και των περιορισμένων μέσων που κάθε στιγμή διαθέτουμε. Το σίγουρο είναι πως η ενεργειακή στήριξη του κόσμου αποτυπώνεται ως ένα αντιστάθμισμα ανάμεσα στις ζωτικές ανάγκες του λαού και παραγωγικές απαιτήσεις της χώρας και στη δημοσιονομική ζυγαριά που θα κάνει το εκάστοτε πακέτο οικονομικά βιώσιμο. Επομένως, η ορθή κριτική στα μέτρα είναι λιγότερο στείρα απαιτητική και περισσότερο αναλυτική ως προς τη διανομή ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες τόσο των οφελών αυτού του πακέτου όσο και των επιβαρύνσεων του.

Βενζίνη

Κάπου εδώ είναι που ενορχηστρωμένα γεννάται ένα ιδεολογικό πλαίσιο που στόχο έχει μετά από μια κρίση να παγιώσει μία κοινωνικό-πολιτική κατάσταση.

Συγκεκριμένα, το κεντρικό πρόταγμα των κυβερνητικών στελεχών όσον αφορά το πακέτο μέτρων είναι πως «τον κόσμο τον ενδιαφέρει να είναι μειωμένος ο λογαριασμός», πράγμα που απαντούν σε οποιαδήποτε κριτική της γίνεται για τις διανεμητικές δυναμικές του. Η απάντηση τους φαίνεται ακόμα πιο υποκριτική αν κανείς σκεφτεί πως η δημοσιονομική υπευθυνότητα αποτελεί «σημαία» στον πολιτικό λόγο της ΝΔ. Είναι ακριβώς αυτός ο πυλώνας πάνω στον οποίο διακηρύσσουν πως το «τζάμπα πέθανε» και χτίζουν τη γενίκευση του free rider (τζαμπατζή) πολίτη.

Ταυτόχρονα όμως στοιχειοθετεί μίαν αντίληψη πως το κράτος και η διαχείριση του είναι μία αμιγώς τεχνοκρατική διαδικασία, στην οποία ο πολίτης δεν έχει λόγο να συμμετέχει ενεργά και κριτικά. Ανάγει, έτσι, το κράτος σε μία εμφανώς ελιτίστικη δομή, η οποία αποδημοκρατικοποιείται με σκοπό την μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας. Φυσικά, τα ex post δεδομένα καταρρίπτουν αυτή τη θεώρηση, καθώς το τεχνοκρατικό κράτος δεν συνάδει μόνο με έννοιες ποσοτικές (αποτελεσματική διοίκηση του) αλλά πρώτα από όλα ποιοτικές, οι οποίες αναφέρονται σε ταξικές ατζέντες, άκρως πολιτικές και απαλλαγμένες από τον «επαγγελματικό» μανδύα που exanteχρησιμοποιούσαν για κάλυψη.

Ωστόσο, η πραγματικότητα της κυβερνητικής διαχείρισης δεν σταματάει απλώς στην επικοινωνιακή διαχείριση της κριτικής των μέτρων, αλλά πηγαίνει βαθύτερα, στην ουσία των ίδιων των μέτρων. Και αυτό διότι ο μανδύας του «νεκρού τζάμπα» σαν επικοινωνιακή στρατηγική, αν και παράγει κρίσιμα ιδεολογικά πρότυπα, δεν παύει να είναι μανδύας που καλύπτει μία τοξική ατζέντα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ενεργειακή πλεύση της χώρας εντός του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Ή, καλύτερα, ενός «καφενείου».

Greek Government

Το βασικότερο πρόβλημα του πακέτου μέτρων εντοπίζεται στη διανομή του πακέτου ελαφρύνσεων.

Η κυβέρνηση δαπανά πόρους, τους οποίους δεσμεύει από τον λαό του σήμερα (μέσω φορολογίας) ήτου αύριο (μέσω δανεισμού), ώστε να καλύψει τους υψηλούς λογαριασμούς, χωρίς όμως να παρέμβει δυναμικά στην εγχώρια ενεργειακή αγορά, όπως άλλωστε θα έκανε μία χώρα υπό την σκιά ενός πολέμου. Αντ’ αυτού επιδοτεί μία σκιερή διαδικασία υφαρπαγής πόρων του κοινωνικού πλούτου από τους μεγάλους ενεργειακούς παραγωγούς. Έτσι, όσα χρήματα οι πολίτες δεν θα μπορούσαν να δώσουν για την αποπληρωμή των οφειλών τους, τα δίνουν συλλογικά μέσω των επιδοτήσεων. Το ζήτημα όμως είναι εάν οι επιδοτήσεις καλύπτουν μία πραγματική αύξηση του κόστους ή απλώς χρησιμοποιούνται ως καύσιμα του όπλου αποκατάστασης των δυνητικά χαμένων ποσοστών κερδών τους, που ακούει στο όνομα ρήτρα αναπροσαρμογής.

Επομένως, αντί μιας σίγουρης επιδότησης και αβέβαιης φορολόγησης 90% των υπερκερδών, καθώς υπολογίζονται δύσκολα και βρίσκονται εντός των βαθμών ελευθερίας των επιχειρηματιών, η κυβέρνηση θα μπορούσε να θέσει πλαφόν ανά πηγή παραγωγής ενέργειας. Μια και το κόστος παραγωγής αλλάζει μη γραμμικά από πηγή (ΑΠΕ ή λιγνίτη) σε πηγή (φυσικό αέριο), ο λογικός τρόπος αντιμετώπισης είναι να θέτουμε άλλη ανώτατη τιμή για ενέργεια παραγμένη με φθηνό τρόπο και άλλη για ενέργεια παραγμένη από ακριβό φυσικό αέριο. Έτσι, ακόμα και η ενιαία τιμή των λογαριασμών θα είναι τελικά μικρότερη χωρίς παράλληλα να ζημιώνει ακόμα και τους παραγωγούς.

Ας το δούμε απλά. Σήμερα ένας πάροχος θα αγοράσει ενεργειακά αποθέματα μέσω του χρηματιστηρίου ενέργειας, μέσα από μία ενιαία τιμή που αναφέρεται στο ακριβότερο καύσιμο. Έτσι, αν το οριακό κόστος παραγωγής από φυσικό αέριο είναι 50 και από ΑΠΕ ή λιγνίτη είναι 20, όλο το ρεύμα ανεξάρτητα από την πηγή του θα πωληθεί στα 50. Έτσι, μια επιδότηση όπως αυτή στο πακέτο μέτρων απλώς θα ξοδέψει κοινωνικούς πόρους για να χρηματοδοτήσει ένα καθαρό κέρδος, το οποίο είναι και αβέβαιο αν δύναται να εντοπίσει και φορολογήσει. Από την άλλη, πολλά πλαφόν για κάθε πηγή θα εσωτερικεύσουν αυτό το υπερκέρδος [τιμή χρηματιστηρίου ενέργειας(50)-κόστος φθηνού καυσίμου(20)]*ποσότητα ενέργειας από το φθηνό καύσιμο, και να οδηγήσουν σε φθηνότερα τιμολόγια χωρίς να επιδεινωθεί ο κρατικός προϋπολογισμός παραπάνω από όσο πρέπει.

Εντούτοις, η ανατροπή αυτού του τοξικού μπλοκ μπορεί να γίνει μόνο μέσω αποκάλυψης του ιδεολογικού μανδύα που περιγράψαμε πιο πάνω και προσδιορισμού μιας σοβαρής εναλλακτικής. Το αν το «να τους επιστρέψουμε τον λογαριασμό» είναι μία τέτοια έμπιστη επιλογή, μένει να το δούμε.